Είδα στον ύπνο μου ότι ισορροπούσα στα σπασμένα μαρμάρινα σκαλοπάτια του Ζενίτ κι ήταν νύχτα βαθιά. Και δεν ήθελα να προχωρήσω πάνω, ούτε να κατέβω. Και τα κοιτούσα λες κι είχαν μάτια και μου ανταπέδιδαν πικραμένα βλέμματα που ’χα καιρό να πιάσω στον αέρα.
Κάποιος παλιά μ’ είχε ρωτήσει άμα ξέρω να διαβάζω τους αέρηδες. Νόμιζα ότι ήξερα κι είπα ναι. Αλλά ήταν των αλλονών τα μάτια, όσων θέλουν να φεύγουν ακόμα κι αν περνάνε όμορφα εκεί που βρίσκονται. Των αλλονών τα μάτια που με μπέρδευαν και τα ’έβλεπα τις νύχτες γι’ αστέρια σ’ ένα χωριό χωρίς φωταψίες κι αυτοκίνητα που είχα ξεμείνει για δουλειά έναν Αύγουστο. Με είχαν μπερδέψει γιατί είχα να δω χρόνια ουρανό χωρίς κόκκινες αποχρώσεις και αντανακλάσεις προβολέων, χωρίς τα απομεινάρια του πολιτισμού μας.
Αυτά λοιπόν τα πικραμένα βλέμματα ποτέ δεν ήξερα πώς να τα διαχειριστώ, τα συμπίεζα, τους έλεγα κοφτές, ξεψυχισμένες φράσεις σαν να παίζουμε σε ταινία και μαλακίες, να φύγουν από πάνω μου, να πάνε να θαλασσωθούν μήπως καθώς θα πνίγονται βρούνε τις λύσεις. Κάποτε κατάλαβα πως είχα ταλέντο ν’ ακούω τα μάτια και να κάνω πως δεν τους δίνω σημασία για να μπορέσουν πιο εύκολα ν’ απαγκιστρωθούν από μένα κι απ’ το πρόβλημα. Και πετύχαινε. Χωρίς τελικά να βρίσκει ο καθένας τη λύση του εξαιτίας μου ή εξαιτίας του. Ερχόταν μόνες τους οι λύσεις, έφτανε το πλήρωμα του χρόνου μάλλον. Και μετά τα πικραμένα βλέμματα με κοιτούσαν στα μάτια και κάτι έλεγαν αλλά μόνο τα φωνήεντα έπιανα. Τα σύμφωνα πρέπει να’ ναι πιο δύσκολα…Κι απ’ τα φωνήεντα κάποια άκρη έβγαζα, κάτι σαν που να λέει ότι άμα η χαρά είναι πολλή εγώ δεν μπορούσα να την αντέξω, ούτε να τη διαχειριστώ. Γι’ αυτό όποτε είχανε χαρά δε μπορούσα να βρω εύστοχα λόγια κι έμενα να ψάχνω ένα χαμόγελο πάνω μου.
Αλλά μια μέρα που η παλιά μου πόλη έμοιαζε να αιωρείται γιατί στην άκρη της παραλίας ο ουρανός και η θάλασσα δεν ξεχώριζαν, κι ούτε φαινόταν τίποτα ικανό να τη συγκρατήσει, είχα πει «έχω μια λύπη» και δε θυμάμαι σε ποιόν το είχα πει, ούτε τι εννοούσα τότε. Αλλά σα να κατάλαβα όσους «είχαν μια χαρά» γιατί τα μάτια μου είχαν πάρει τα βλέμματά τους. Και κάπως αρχίσαμε να μοιάζουμε. Και μετά πάψαμε να καταλαβαινόμαστε όπως παλιά. Βρήκαμε έναν τρόπο κάπως στεγνό, χωρίς αυτή την καθημερινή ποίηση που κάποιοι την έλεγαν βλακεία (δεν τους αδικώ, είναι η άλλη όψη του νομίσματος…), χωρίς να θυμάμαι τις μέρες που διέσχιζα, μόνο αυτές που περνούσαν από πάνω μου.
(Αυτό με τη μνήμη πρέπει να το σώσω κάπως. Γιατί ούτε και τώρα θυμάμαι τι ήθελα να πω. Μόνο τα σκαλοπάτια του Ζενίτ θυμάμαι.)
Κάποιος παλιά μ’ είχε ρωτήσει άμα ξέρω να διαβάζω τους αέρηδες. Νόμιζα ότι ήξερα κι είπα ναι. Αλλά ήταν των αλλονών τα μάτια, όσων θέλουν να φεύγουν ακόμα κι αν περνάνε όμορφα εκεί που βρίσκονται. Των αλλονών τα μάτια που με μπέρδευαν και τα ’έβλεπα τις νύχτες γι’ αστέρια σ’ ένα χωριό χωρίς φωταψίες κι αυτοκίνητα που είχα ξεμείνει για δουλειά έναν Αύγουστο. Με είχαν μπερδέψει γιατί είχα να δω χρόνια ουρανό χωρίς κόκκινες αποχρώσεις και αντανακλάσεις προβολέων, χωρίς τα απομεινάρια του πολιτισμού μας.
Αυτά λοιπόν τα πικραμένα βλέμματα ποτέ δεν ήξερα πώς να τα διαχειριστώ, τα συμπίεζα, τους έλεγα κοφτές, ξεψυχισμένες φράσεις σαν να παίζουμε σε ταινία και μαλακίες, να φύγουν από πάνω μου, να πάνε να θαλασσωθούν μήπως καθώς θα πνίγονται βρούνε τις λύσεις. Κάποτε κατάλαβα πως είχα ταλέντο ν’ ακούω τα μάτια και να κάνω πως δεν τους δίνω σημασία για να μπορέσουν πιο εύκολα ν’ απαγκιστρωθούν από μένα κι απ’ το πρόβλημα. Και πετύχαινε. Χωρίς τελικά να βρίσκει ο καθένας τη λύση του εξαιτίας μου ή εξαιτίας του. Ερχόταν μόνες τους οι λύσεις, έφτανε το πλήρωμα του χρόνου μάλλον. Και μετά τα πικραμένα βλέμματα με κοιτούσαν στα μάτια και κάτι έλεγαν αλλά μόνο τα φωνήεντα έπιανα. Τα σύμφωνα πρέπει να’ ναι πιο δύσκολα…Κι απ’ τα φωνήεντα κάποια άκρη έβγαζα, κάτι σαν που να λέει ότι άμα η χαρά είναι πολλή εγώ δεν μπορούσα να την αντέξω, ούτε να τη διαχειριστώ. Γι’ αυτό όποτε είχανε χαρά δε μπορούσα να βρω εύστοχα λόγια κι έμενα να ψάχνω ένα χαμόγελο πάνω μου.
Αλλά μια μέρα που η παλιά μου πόλη έμοιαζε να αιωρείται γιατί στην άκρη της παραλίας ο ουρανός και η θάλασσα δεν ξεχώριζαν, κι ούτε φαινόταν τίποτα ικανό να τη συγκρατήσει, είχα πει «έχω μια λύπη» και δε θυμάμαι σε ποιόν το είχα πει, ούτε τι εννοούσα τότε. Αλλά σα να κατάλαβα όσους «είχαν μια χαρά» γιατί τα μάτια μου είχαν πάρει τα βλέμματά τους. Και κάπως αρχίσαμε να μοιάζουμε. Και μετά πάψαμε να καταλαβαινόμαστε όπως παλιά. Βρήκαμε έναν τρόπο κάπως στεγνό, χωρίς αυτή την καθημερινή ποίηση που κάποιοι την έλεγαν βλακεία (δεν τους αδικώ, είναι η άλλη όψη του νομίσματος…), χωρίς να θυμάμαι τις μέρες που διέσχιζα, μόνο αυτές που περνούσαν από πάνω μου.
(Αυτό με τη μνήμη πρέπει να το σώσω κάπως. Γιατί ούτε και τώρα θυμάμαι τι ήθελα να πω. Μόνο τα σκαλοπάτια του Ζενίτ θυμάμαι.)




