That can only mean one thing.And I don't know what that is...


Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

περπατώ εις τους Κήπους μονάχη....(κι ο λύκος ήταν πάντα εδώ)

τα χέρια μου μυρίζουνε θαλασσινή αλμύρα, μανταρίνι και τσιγάρο। και φυτρώνουν κάτι λουλούδια μέσα στο χειμώνα, πολύ καθημερινά, πολύ αδέξια, που μυρίζουν καλοκαίρι। παγκάκια δεν υπήρξαν ποτέ σ' αυτές τις παραλίες। μόνο κακοτράχαλα βράχια। μια σκουριασμένη καντίνα। και μια παρέα που κάνει βόλτες έναν ξεχαρβαλωμένο καναπέ μέσα σους χαλικόλοφους।
Η Ιστορία γράφεται πλέον τις μέρες και τις ώρες των δελτίων κάτω απ' τα τραπέζια। Η ιστορία όμως γράφεται τις νύχτες। πάντα।

Σάββατο 6 Αυγούστου 2011

γεια στις πόλεις. (μου λείψατε)

Τις πόλεις τις εξηγείς τα χαράματα। τις καταλαβαίνεις τη στιγμή που στέκονται λίγο ακίνητες, λίγο πριν, λίγο μετά το χαμό। τις πόλεις με το μολυσμένο ουρανό και τις μουσικές που ενώ ξεκινάνε από διπλανά μπαλκόνια δε συγχρονίζονται ποτέ। και δε συναντιούνται ποτέ। οι πόλεις είμαστε εμείς। τα χαράματα। στην πιο εκωφαντική ησυχία τους।
ω ρε φίλε...με κούρασαν οι εξορίες।ειδικά επειδή τις διαλέγω।και πρέπει να τις αγαπήσω γι αυτό.

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

-Μου λειψες.
-εμένα να δεις πόσο μου λειψα..
-ήρθες όμως.
-για να φύγω.
-και θα φύγεις;
-για να γυρίσω.
-ε, αφού γυρίζει ο κόσμος, καλά είμαστε.
-είμαστε δεν είμαστε, θα γίνουμε.

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

ιστορίες από απόντες για απόντες.

Έψαχνε για χρόνια τη χώρα του ποτέ και κατέστρωνε σχέδια για τον πιο γρήγορο δρόμο προς τα κει. Μετά κι αφού ξοδεύτηκε κάθε καμένο κύτταρο κατάλαβε ότι εκεί ζούσε. Γι’ αυτό δεν την είχε κανένας χάρτης. Και μετά ήρθανε χρόνια που κράτησαν λίγες στιγμές. Και στιγμές που ήθελε να κρατήσουν χρόνια αλλά ψόφησαν μέσα στο τασάκι. «αν ποτέ πεθάνω (από ιατρικής άποψης) το τασάκι αυτό είναι ο κόσμος που άφησα πίσω» σκέφτηκε ένα χάραμα πάνω σ’ ένα ύψωμα που ένας άνθρωπος που αγαπούσε είχε ονομάσει 33, δε μάθαμε ποτέ γιατί. Κι έμεινε εκεί, οι άνθρωποι ήταν περαστικοί και τους χάζευε όπως χαζεύεις όλες τις φυλές των ανθρώπων μπροστά σε μια στάση λεωφορείου. Εκεί, και περνούσαν οι άνθρωποι, σταματούσαν, έκανε μαζί τους ένα τσιγάρο, καμιά φορά διαρκούσε πιο πολύ απ’ όσο άντεχε κι έπρεπε να διαλέξει, γιατί έτσι μεγαλώνουμε, διαλέγοντας. Αλλά δεν έλεγε να διαλέξει με τίποτα… «όταν διαλέγεις αφήνεις πάντα κάτι πίσω για να κερδίσεις κάτι άγνωστο» είχε ακούσει ένα βράδυ από μια φωνή διστακτική. Και δεν πείστηκε. Εκεί, με το ένα χέρι να κλείνει τη μύτη και το άλλο να κρατάει το κεφάλι κάτω από τον ανύπαρκτο βυθό. Και φοβόταν όχι να βγει στην επιφάνεια αλλά ν’ ανοίξει τα βρεγμένα μάτια, να δει όσους νοιάζεται. «αν καταλάβεις ποτέ ότι με νοιάζει, χτύπα με γερά να συνέλθω». Μόνο τα παιδιά δεν τα νοιάζει τίποτα, τουλάχιστον συνειδητά. Κι αγαπάνε όλα έναν μυστήριο τύπο που ένα μεσημέρι φοβέριζε το βουνό να μην πέσει και μας πλακώσει γιατί είμαστε νέοι και δε μας άξιζε λέει. Το ‘βουνό’. Όχι το βουνό.

« ζωντανοί μέχρι τα μπούνια φίλε μου. Που είναι τα μπούνια; Γιατί ρωτάς; Να τα βρω στο χάρτη. Άστο, είναι μακριά. Δε θα φτάσουμε ποτέ δηλαδή;»

Αν είχαμε μαζέψει όλες αυτές τις στιχομυθίες θα είχαμε φτιάξει έπος.

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

spring on fire.
κι αφού όλοι θέλουν να εξαφανιστούν τι περιμένουν...

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Σήμερα είχε Μάιο για κάτι ώρες ολόκληρες και καθαρή ατμόσφαιρα με θολά συννεφάκια απ’ τα τσιγάρα μας, μούρλια..τα μόνα σύννεφα που ανέχομαι. Και μια θέα τόσο καθαρή προς τον Όλυμπο που νόμιζες θ’ απλώσεις το χέρι και θα πιάσεις λίγο απ’ το μπαγιάτικο το χιόνι. Αλλά δεν το άπλωσα γιατί μπλέχτηκα στα βραχιόλια μου που μπλέχτηκαν στα μαλλιά μου που μπλέχτηκαν σ’ ένα τεράστιο φουλάρι που θα μπορούσαμε κάλλιστα να το χρησιμοποιήσουμε για τραπεζομάντηλο. Αλλά δεν το χρησιμοποιήσαμε καθότι η μπύρα φιξ δεν ταιριάζει με τραπεζομάντηλα – παρεμπιπτόντως, η ετικέτα της φιξ είναι ο απόλυτος συγκερασμός ελληνικού κιτς με ελληνικό μίνιμαλ, την αγαπώ κι ας είναι αίσχος… Και είχε τόσο ήλιο που κανονικά θα ‘πρεπε να είχαμε γίνει μοσχάρια, όχι λόγω του ρητού, αλλά επειδή έχω μια γνωστή που πιστεύει ότι από τον ήλιο θρεφόμαστε και μαζεύουμε ενέργεια ικανή για να μη φάμε τίποτα. Αλλά επειδή δεν ήταν μαζί μας σήμερα αναγκαστήκαμε να φάμε πατατοσαλάτα και μπουγιουρντί. Οπότε δε γίναμε μοσχάρια. και μετά βυθίστηκαν τα μάτια μας στο επερχόμενο καλοκαίρι στα μαγικά βουνά που κανένας ταξιδιώτης δεν επισκέπτεται παρά μόνο όσοι τους έλαχε να πρέπει να δουλεύουν εκεί πέρα. Και κράτησε με ανοιχτά μάτια περίπου ενενήντα νύχτες σε μια αυλή με τριανταφυλλιές, αγροτικά μοχίτο, ξεκούρδιστες κιθάρες και πασάμπλ βραχνά τραγούδια, ένα τηλεσκόπιο, συστάδες από φώτα των χωριών στα απέναντι βουνά, κεριά σε μπουκάλια κάιζερ για τις διακοπές ρεύματος, μια αιώρα ξεφτισμένη που όλοι σκοτώνονται για το ποιος θα πρωτοσωριαστεί κι ιστορίες για το πώς δημιουργήθηκαν τα αστέρια. Κι αυτή η εικόνα δεν είχε πουθενά θάλασσα. Και για πρώτη φορά – και με τρομάζει που το σκέφτομαι – δεν πειράζει ρε!

Επίσης δεν πειράζει που το παραπάνω περνάει άνετα για έκθεση 9χρονου με θέμα «τι θα κάνετε την άνοιξη».

(όποιος πέφτει με τα μούτρα δεν έχει παρά να τα φάει. Τα μούτρα του. Ευχή και κατάρα πουλάκια! Μην παρασυρθείτε όπως του λόγου μου, ηλιοφάνεια είναι, θα αντέξουμε…)





Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011




Δεν έχει ησυχία εκεί μέσα, δεν έχει. μόνο όταν απομακρυνθείς απ' τον κόσμο ξεχνάς ότι υπάρχει.

κι επειδή μια φορά στις 5 το πρωί που είχαμε όλοι εκδικηθεί τις ζωές μας και βγήκαν τα μαχαίρια κάποιος μου είχε πει "που θα πας μωρέ...που θα βρεις χειρότερα..." ετεροχρονισμένα λέω:

ΠΟΥΘΕΝΑ. κι είναι τόσο σκατόκοσμος εδώ που γυρνοβολάμε που είναι κρίμα να τον παρατήσουμε να καθαρίσει μόνος. Δεν εγκαταλείπω λέμε. Δεν εγκαταλείπω γι' αυτές τις λίγες τις φορές που έχει ησυχία από μέσα μου. και περιμένω να βγαίνουν διαδοχικά τα μαχαίρια σε εδώδιμα και μακρινά σημεία του κόσμου, να πέφτουν πάνω απ' τα χαζοκέφαλά μας κι εμείς να νομίζουμε ακόμα ότι βρέχει αστέρια.
αστέρια και μαχαίρια το ίδιο λάμπουν. αλλά αφού κανείς δεν μπορεί να μας πει πως κόβει ένα αστέρι ας αρκεστούμε στις βολικές συγκρίσεις μας και τους προβληματισμούς μας.
ΠΟΥΘΕΝΑ. δεν έχω το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, τι να κάνουμε τώρα...

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

δεν είναι τίποτα, για να σπάσει το σούρουπο γίνεται όλη η ιστορία.


Διαρκής αμνησία.

Διαρκής αυπνία.

Νύχτα ατελειώτη που δε σημαίνει τίποτα. είναι νύχτα. είναι νύχτα εδώ και χρόνια. δεν ξημερώνει ποτέ, δε θέλουμε. στην υγειά των ντεμέκ της πλατείας, των κουλτουριάρηδων φίλων, των αποτυχημένων φίλων, των καμμένων φίλων. σ' εκείνους που όσο αγαπάνε τον εαυτό τους τον εκδικούνται. σ' εκείνους που ψοφάνε για δράμα κι ας το δείχνουν μόνο όταν είναι τύφλα. τυφλοπόντικες. κρυστάλλινοι αρουραίοι. τώρα νομίζω κατάλαβα τι εννοεί ο ποιητής.

Διαρκής βλακεία.

Διαρκής αμνησία. Και άμα θέλω εγώ, αμνηστία.
Αν και χθες μου είπανε πως είμαι πολύ ελαστική με τους ανθρώπους.

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

ακολουθεί διάλογος μεταξύ δύο πηγαδιών απύθμενης βλακείας:
- ο εγωισμός μου πέφτει κι εγώ του ρίχνω νέφτι λέμε..
- νομίζω αυτό το νέφτι είναι και το μοναδικό μπουκάλι που έμεινε άθικτο στο σπίτι σου...
- άθικτο; άθικτο; όλα σε κούτες είναι πάλι. θυμάσαι που ξαναμετακόμισα;
- α...ε μπερδεύτηκα. πόσες φορές το χρόνο μετακομίζεις;
- δεν ξέρω. σημασία έχει που στο τέλος σου λείπουν όλοι εκείνοι που δένεσαι μαζί τους.
- εμένα μια φορά μου έλειπαν απ' όταν ήμασταν μαζί, από τον οκτώβρη θυμάμαι. και χωριστήκαμε δεκέμβρη.
- τραγικό. και ξέρεις τι είναι χειρότερο...να μη θυμάσαι πώς συνεχίζονται οι ζωές όλων αυτών που αγαπάς και σου λείπουν. να μην ξεκόβεις επειδή θες, αλλά επειδή έτσι τα φέρνει ο καιρός.
- λες αυτό που δεν τους συναντάς για να σε λένε τ' ασήμαντα τα καθημερινά;
- που μια μπλούζα κάποιου ξέβαψε από νέφτι ας πούμε.
- δε θέλω να με ρωτήσει κανείς ποτέ "τα νέα σου;"...

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

yes I do




αφιερωμενο εξαιρετικα (που λενε)!
enjoy...

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

25 λεπτά πριν το σαββατοκυριακο

Ήταν μια ήσυχη και βροχερή νύχτα.
Άνοιξε την βιτρίνα που φύλαγε το πολύτιμο μοβ καπέλο της,
το επεξεργάστηκε για λίγο κι άρχισαν να περνάνε οι αναμνήσεις μπροστά από τα μάτια της. Πήγε να δακρύσει μα συγκρατήθηκε, πήγε να γελάσει μα δεν ήτανε σωστό. Το φόρεσε με μία αποφασιστική κίνηση και βγήκε έξω στη βροχή χωρίς δεύτερη σκέψη. Τόσα χρόνια το φύλαγε μέσα σε εκείνη τη βιτρίνα και το έβγαζε για εξαιρετικές περιστάσεις, που πάντα περιελάμβαναν τρίτα άτομα. Δεν είχε τολμήσει ποτέ να το βάλει επειδή απλά έτσι της έκανε κέφι ένα απόγευμα, πόσο δε μάλλον μια νύχτα σα κι αυτή.
"Από ποιόν το φύλαγα ? Από τον εαυτό μου?"
Σκέφτηκε .. και τρόμαξε στην ιδέα αυτή, που όσο περνούσε η ώρα της φαινόταν αρκετά πραγματική.
Μετά τη βροχή ήρθε το χιόνι και μετά από αυτό πρασίνισε η γη κι ήρθε και κάποια στιγμή η ώρα του Θεριστή..αλλά δεν είχε σκοπό να γυρίσει σπίτι.
Το χε πάρει απόφαση ότι θα το λιώσει το παλιοκαπέλο να μην έχει πια να προσέχει τίποτα. Περνούσαν οι μήνες και το καπέλο δεν πάθαινε τίποτα..
Μόνο η ίδια μεγάλωνε κι ο κόσμος συνέχιζε να γυρίζει..
Ώσπου ήρθε ακόμα μια ήσυχη και βροχερή νύχτα και πήρε τη μεγάλη απόφαση του γυρισμού, χορτασμένη από εικόνες και χρώματα και μυρωδιές κι αισθήσεις. Το καπέλο γύρισε μαζί της αλώβητο, αλλά δεν το ξανάβαλε ποτέ στην βιτρίνα κι όποτε της έκανε κέφι το φορούσε κι έβγαινε.

Κάπως έτσι.

Λέω και εγώ να βγω, ξεκιναει το πσκ. Μπορεί να μην μου βρίσκεται τίποτα μωβ να βάλω αλλά θα βολευτώ με το "λαδί" που έτσι κι αλλιώς πάει με το μωβ!!!!

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

back (in order to leave again) και πάει λέγοντας...

1. υποτίθεται ότι επέστρεψα. έτσι μου είπανε δηλαδή. και το είπανε και πολλοί και δε μπορώ να τους αμφισβητήσω όλους μαζί, αυτά τα κάνω από Οκτώβρη και μετά, καθότι η αντιδραστικότητα είναι κατεξοχήν χειμερινό σπορ. κι όχι μόνο λένε ότι γύρισα αλλά έχουν και απαιτήσεις να θυμάμαι τι είχε γίνει πριν φύγω. άρα, γύρισα. ε ναι, αφού έπρεπε να θυμάμαι μερικές..χεχε...ας πούμε λεπτομέρειες από πριν φύγω, σημαίνει ότι έφυγα. και καθόσον τις ξέχασα σημαίνει ότι γύρισα. λένε. δεν αντιλαμβάνομαι το συνειρμό αλλά είπαμε δε μπορώ να αμφισβητήσω τόσο κόσμο αυτή τη στιγμή.

2. κομμένοι οι καφέδες της επιστροφής. όλο και για κάποιο γάμο θα μιλάνε οι άλλοι κι όταν θα ρθει η σειρά μου να απαντήσω στο όποιο κρίσιμο γαμοερώτημα θα τους πω κάνοντας μπουρμπουλήθρες στο φραπέ "οι κουβέντες σας έγιναν, όχι ξαφνικά, μικροαστικές". και το μόνο σημείο της φράσης στο οποίο θα κολλήσουν όλοι είναι το "όχι ξαφνικά" (έλα τώρα, ποιόν δουλεύεις, αυτό είναι το σημείο που θέλεις να κολλήσουν, το τόνισες και κατάλληλα αφού...εμένα δουλεύω, είναι συνταγματικό μου δικαίωμα).

3. ο Σεπτέμβρης θα έχει καύσωνα. κι όχι μόνο γιατί το έδειξαν τα ημερομήνια αλλά κυρίως γιατί το απαιτώ για επαγγελματικούς λόγους. Κι ας σκάνε 10 εκατομμύρια έλληνες. Τα παιδιά κάτω απ’ το χώμα κατέληξαν να έχουν μεγαλύτερη σημασία απ’ τους από πάνω, οποία ειρωνεία..Αναπόφευκτα βέβαια φτάνουμε στη ρήση «αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας» αλλά ποιος γελιέται… μέχρι να πεθάνουμε αυτό το χώμα είναι μόνο δικό τους. Μετά θα το μοιραστούμε. Και θα ρθει κάποιος άλλος, όχι εγώ πάλι, να μας ξεβολέψει. Και θα’ ναι πάλι Σεπτέμβρης. Του 3214. Ίσως και να μην χρειάζεται να είναι Σεπτέμβρης γιατί τότε θα χει καύσωνα όλο το χρόνο. Και τα total stations θα μπούνε τα ίδια στις προθήκες. Και καμία στάχτη δε θα λερώνει το καντράν τους γιατί το κάπνισμα – πόσο μάλλον εν ώρα εργασίας - θα είναι πρωτόγονη συνήθεια.

4. αρχίζω διάβασμα των χρονίως αδιάβαστων βιβλίων που ευδοκιμούν στο συμπαθές έπιπλο. Τότε που δεν είχαμε κρίση την πάθαινα εγώ όποτε έμπαινα σε βιβλιοπωλείο και έκανα κατοχικές προμήθειες. Κάτι ήξερα.. μέσα στο μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιο εντάσσεται και η ολοκληρωμένη ανάγνωση του Τέχνη και Ψυχανάλυση. Ας γελάσουμε τώρα οοοοόλοι μαζί, πρώτα θα καταργηθεί η γραφειοκρατία στο δημόσιο και μετά θα αποφασίσω να το διαβάσω ολόκληρο. Επίσης, στο σχέδιο αυτό εντάσσεται και η δεύτερη ανάγνωση του Κουτσού, κάτι ήξερε η blood και το διάβασε ανακατεμένο εξ αρχής… ενώ εγώ που το πήρα με τη σειρά δεν κατάλαβα παναγία. Αλλά …ανάποδος άνθρωπος… μια φορά έπρεπε να κάνω κάτι ανάποδα και το έκανα κανονικά.

5. κομμένη η επικοινωνία μέσω γραπτών μηνυμάτων. Χθες έπρεπε να μου ρθει ένα μήνυμα για να πάμε σινεμά σήμερα. Αντ’ αυτού, ήρθε ένα μήνυμα γραμμένο μια μεγάλη Τρίτη του 2007 που έγραφε «Πάμε για τσίπουρα, για καφέδες, για μπύρες, για νερά, για ότι θες. Δε με νοιάζουν οι υπόλοιποι άνθρωποι. Της κασσιανής δεν είναι σήμερα; Λαμόγιο κι αυτή. Πάμε, κερνάς». Και δεν είναι που αργοπορούν οι δουλειές ή που η ασυνεννοησία πάει σύννεφο με τέτοιο χωροχρονικό μπλοκάρισμα . Είναι που όλο και λιγοστεύουν εκείνοι που μου γράφουν με τέτοιο τρόπο.

6. όταν ξαναφύγω και ξαναπάω πάλι εκεί, δε θα γυρίσω. Μεγάλη κουβέντα. Τα γραπτά λέει μένουν. Το ξέρω. Τα γραπτά και τα παιδιά κάτω απ’ το χώμα. Όλα τα υπόλοιπα μετακινούνται. Και δε φτάνουν ποτέ εκεί που θέλουν. Γκοντάμιτ. (ποιος;;;).

Είπε και μετά μάζεψε πάλι το ταλαιπωρημένο βιός της και ξαναματαμετακόμισε. Γκοντάμιτ ρε.

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

ροδάκινα

Ναι για..τίποτα να μην κινείται, καμιά ρόδα, κανένα ροδάκινο, κανείς τουρίστας.πήξαμε στους τουρίστες κι οι ταξιδιώτες όλο και εκλείπουν..το λένε στην τιβί ολημερίς.."οι τουρίστες κι οι τουρίστες.." πως μιλάς έτσι για τους ανθρώπους; εμένα άμα με λέγανε τουρίστρια δε θα ξαναπατούσα το πόδι μου σ' αυτή τη χώρα..αλλά τόσο την αγαπάω φαίνεται. γι' αυτό και μπαστακώθηκα εδώ χωρίς διάθεση διαφυγής. εδώ θα θαφτούμε, εδώ. κάτω από σκόνη ηφαιστειακή. αν είναι δηλαδή να μας τελειώσει η χώρα ας τελειώσει καλοκαιριάτικα που οι μισοί θα βουλιάζουν στις παραλίες κι οι άλλοι μισοί στα κλιματιστικά και κανείς δε θα το πάρει χαμπάρι.πολύ μάλλον την αγαπάω αυτή τη χώρα..εγώ και ο ζαν πωλ γκωτιέ, ο τελευταίος εν ζωή φιλέλληνας..
τα πουλάκια λένε ότι σαν τη χαλκιδική πουθενά. αλλά αυτό το λέμε όλοι έτσι, αναμετάξυ μας, για ξεκάρφωμα, για να θυμόμαστε ότι οι ομορφιές μπορεί να κρύβονται και κοντά στο σπίτι. αλλά ξέρω κάτι ομορφιές τόσο μακρινές - στον ίδιο πλανήτη ντε.. - που δεν έχουν και βαπόρια να σε πάνε. λόγω κρίσης φαίνεται. αυτή η κρίση τους οδηγεί όλους να δημιουργούν πληρότητα 100% στα νησιά. και δεν εννοώ τη μύκονο. στη μύκονο δε σε πάνε βαπόρια, σε πάνε χάι σπιντ. άντε ας φάμε κανένα ροδάκινο μέχρι να βρούμε βαπόρι. απ' τα χαλασμένα.όχι τα βαπόρια, τα ροδάκινα.

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

μας

Στο νότιο ημισφαίριο κατοικεί ο Μαγγελάνος. Κι ο κόσμος του παραμορφώνει το δικό μας. Κι ο ένας εξοντώνει τον άλλον σαν άσπονδοι φίλοι. Κι αναρωτιέσαι που είναι η αλήθεια. Και τι κυνηγάμε όλοι. Κι αν όσα κυνηγάμε είναι τόσο άπιαστα και μακρινά σαν το Μαγγελάνο και τα νεφελώματα του. Κι αν είναι άπιαστα, το ξέρουμε. Το ξέρουμε πια. Και γι’ αυτό κυνηγάμε. Για να μη σκοτώσουμε κανενός το όνειρο και να ανασταίνουμε το δικό μας. Μας… Πόσο λείπει ο πληθυντικός, αυτός που δένει τους ανθρώπους όπως οι βραδινές κουβέντες. Αυτός που αλλάζει τις μέρες και τις εποχές. Σαν μονότονος ήχος που σκαλίζει μια πληγή. Σαν φώτα που τρέμουν από μια απέναντι ακτή που δεν έχει πάει κανείς μας. Μας.. εδώ, όλοι, να μη λείπει ούτε ο ίσκιος μας. Και να σχηματίζουν οι ζωές ούτε κύκλους, ούτε ευθείες ούτε τεθλασμένες. Ασυνάρτητα και παράξενα κι αφηρημένα σχήματα που διαβάζονται τα ίχνη τους για λίγο, για όσο. Και μετά χάνονται. Και μετά ξανασυναντιούνται οι τροχιές και πέφτουν η μια πάνω στην άλλη. Πως το λένε αυτό στα μαθηματικά; Pollock. Jackson.
Όταν ξανασυναντηθούμε θα ’μαστε λίγο πιο εμείς, λίγο πιο απ’ τον έναν στον άλλο. Όταν ξανασυναντηθούμε θα γνωριστούμε σαν ταξιδιώτες που έλειπαν αιώνες και βρίσκουν στην άκρη του χρόνου σκουριασμένα κλειδιά για το άδειο μας σπίτι.

Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

Χωρίς νόημα (κατά το χωρίς τίτλο: αν είμασταν στο μεσοπόλεμο θα έκανα μοντέρνα τέχνη με δυο λέξεις)

Το ενδιάμεσο διάστημα που βάζεις πλυντήρια, που αλλάζεις βαλίτσες, που γεμίζεις χαρτοκούτια, που πετάς σαβούρα. τι ωραία λέξη. μαζί με τη σαβούρα πετάς και μερικά χρήσιμα. και αναντικατάστατα. άρχισα να γράφω μικρές προτάσεις. έχασα τους συνδέσμους με τους οποίους έχω εμμονή. δεν έχω τίποτα να γράψω, απλά κυκλοφορώ. ούτε καμιά εμπνευσμένη μαλακία. ούτε καμιά περίεργη αληθινή ιστορία. τις κατάπιε η μνήμη. μπορεί απλά να έγιναν πολλές για να τις χωρέσει ένα μυαλό. κάνω γκριμάτσες συγκατάβασης και μιλάω με το τσιγάρο στο στόμα. οι καπνιστές δε καταλαβαίνουν τι λέω και συνεννοούμαι με τους μη καπνιστές, τι να πεις...τις προάλλες έτρωγα σ' ένα κινέζικο και πέρασε απ' έξω ένας παππούς καβάλα σ' ένα μουλάρι. και πως γίνεται το κορίτσι ενός ολλανδικού πίνακα να μοιάζει με έναν γνωστό μου μπάρμαν κι ένας ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας με ένα θείο μου...δε θα 'πρεπε να μοιάζουν οι άνθρωποι. δε θα 'πρεπε να θυμίζουν τίποτα άλλο παρά τον εαυτό τους. ξέρω ότι πάμε όλοι κάπου μ' έναν ασύνδετο τρόπο, πολύ χαριτωμένο, πολύ αλλοπρόσαλλο Ανερμάτιστο. κάποια στιγμή θα ελέγξω την εμμονή μου μ' αυτή τη λέξη. και κάποια στιγμή σκέφτομαι ν' αρχίσω να βγάζω κάποιο νόημα. ναι, ναι..μια μέρα θα γίνει καθημερινότητα όπως την εννοεί το λεξικό.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

τι τον θες τον τίτλο, εδώ λέμε εξαυλωνόμαστε..


υπάρχει πάντα μια βαλίτσα μισογεμάτη σε κάποιο σημείο του σπιτιού για την ώρα ανάγκης. η ώρα ανάγκης έρχεται τρεις με τέσσερις φορές τη μέρα. σαν τα γεύματα των άλλων. σαν τα χάπια των αρρώστων. τα χάπια κοστίζουν. ο καπνός ακριβαίνει. τα ποτά ακριβαίνουν. οι φίλοι πίνουν στην υγεία της τελευταίας νύχτας φτηνού αλκοόλ. που αργεί ακόμα κι έτσι είναι πια δέκα μέρες που πίνουμε στην υγεία κάποιας στιγμής που δεν ήρθε ποτέ. το ποτέ είναι φτηνιάρικη λέξη. οι λέξεις είναι δόλιες. οι φίλοι τις ανακατεύουν σε επικίνδυνα κι αδοκίμαστα κοκτέιλς. ο μπάρμαν μας δουλεύει. εμείς τον βάφουμε με αδιάβροχα χρώματα. τα χρώματα δεν συνδυάζονται, τα μαλλιά μου αλλάζουν χρώματα περιμένοντας την άνοιξη. η άνοιξη πήγε για τρίφυλλο. οι φίλοι το ίδιο. οι φίλοι αρρωσταίνουν. οι φίλοι κοιμούνται. ο ύπνος σκοτώνει τις συνειδήσεις. οι δρόμοι κλείνουν. οι αγρότες κατεβάζουν τα τρακτέρ. τα τελωνεία κατεβάζουν ρολά. τα αεροδρόμια οδηγούν σε παγωμένους τόπους. οι πόλεις μου γνέφουν. η βαλίτσα μου κλαίει.
ανοίχτε τους δρόμους. άμα έχεις συνηθίσει να φεύγεις οφείλεις να το κάνεις ακόμα κι όταν δεν θέλεις.

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

εν μέσω μετακόμισης και άχαρων γιορτών, σ' αυτούς που αφήνω και σ' αυτούς που θα βρω.



Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009




εγώ θα συνεχίζω να παίζω μπάλα μόνη μου μέχρι τα πουλάκια να σταματήσουν να μασαμπουκώνουν κανναβούρι. α, και μπορεί να βάλω και ζαγοραίο άμα σχιζοφρενιαστώ κι άλλο. κι άμα ανέβει ο πυρετός στους 40 μπορεί και να βάλω κι εμένα να τραγουδάω. όχι, το λέω επειδή με είπανε πως συνήθως όσοι δεν ακούνε καλά δεν έχουν και καλή φωνή. τι λέτε μανδάμ; κουφή είμαι, όχι παράφωνη. απ' τα ντεσιμπέλ και τη μανιώδη
χρήση μπατονέττων το έπαθα, έχω και ιατρική γνωμάτευση επ' αυτού!

(λοιπόν, αυτό το ποστ είναι ένα ανυπέρβλητο παράδειγμα καταστροφής ενός υπέροχου κομματιού από τρισάθλια συνοδεία λόγου)

και επιτέλους θα μας εξηγήσει κάποιος γιατρός γιατί όποτε είμαι στο νεκροκρέβατο καταλαμβάνομαι απ' το πνεύμα του καλικάντζαρου και δεν έχω ησυχία;;;;;;
φωνή μάνας: γιατί, γνωρίζεις και κανένα γιατρό; όλοι σου οι γνωστοί απ' το πολυτεχνείο και τις φιλοσοφικές είναι!
φωνή δική μου(η πολύ βραχνή): ξέρω και καλοτεχνίτες.
φωνή μάνας: τώρα τα πιάσαμε τα λεφτά μας...
φωνή δική μου (η μετρίως βραχνή): τόση ώρα ρίχνω πάσα στη μπλοντ ρε μάνα...


καλέ, η φωνή της μάνας μου από που έρχεται;;;