That can only mean one thing.And I don't know what that is...

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

Η Πολυάννα ξυπνάει



(Πρόκειται για ομάδα που αριθμεί μόνο γυναίκες, τουλάχιστον απ’ όσο ξέρω δεν εμπίπτουν άνδρες σ’αυτή την κατηγορία..δόξα τα χίλια ξωτικά του δάσους...)






Ένας χαρούμενος ήχος αντηχεί στο όμορφο, χρωματιστό δωμάτιο. Ααα.. το ξυπνητήρι… Ανοίγει τα μάτια της κι απ’ τις γρίλιες μπαίνουν οι ηλιαχτίδες. Χαμογελάει που άλλη μια όμορφη μέρα μόλις άρχισε. Σηκώνεται χαριτωμένα απ’ το κρεβάτι με τα πορτοκαλί σκεπάσματα που μοσχοβολάνε μαλακτικό με άρωμα αγριοπαπάγιας και βατόμουρων της Γουατεμάλας. Με αέρινα βήματα φτάνει στην τουαλέτα όπου παρατηρεί το πρόσωπό της φωτισμένο απ’ τη φρεσκάδα της πρωινής δροσιάς. Πλένει προσεκτικά τα δόντια της. Έπειτα, ανοίγει το ψυγείο για να στύψει πορτοκάλια και να πάρει τις απαραίτητες βιταμίνες της. Σίγουρα υπάρχει φρέσκο γάλα που μαζί με θρεπτικά δημητριακά αποτελούν την αρχή μιας δυναμικής μέρας. Μήπως να άλειφε και μια φετούλα με μέλι; Μμμ..το Βιτάμ απλώνεται πλούσιο πάνω στο φρέσκο ψωμί… Η ηρωίδα μας σκάει ένα χαμογελάκι όταν η σκέψη πως θυμίζει τις διαφημίσεις του Βιτάμ την κυριεύει.. Λείπει ένας όμορφος, πλούσιος, πετυχημένος σύζυγος και δύο παιδάκια, ξανθά κατά προτίμηση, ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι (με διαφορά μεταξύ τους 14 μήνες. Ε, φυσικά το αγοράκι θα είναι το πρωτότοκο καλέ!). Ο καφές μοσχομυρίζει σαν τις διαφημίσεις γιάκομπς που όλοι κλείνουν αισθαντικά τα μάτια και μεταφέρονται από τα Πατήσια στις ερήμους της Αραβίας…Ανάβει την τηλεόραση και πέφτει πάνω σε ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα οπότε και ενημερώνεται σύντομα για την επικαιρότητα. Σε λίγο ωστόσο βαριέται. «Δε βάζω καμιά μουσικούλα βρε αδερφέ;» σκέφτεται. Προτιμά κάτι σε cd, για την ακρίβεια Χατζηγιάννη.. «άσε με λοιπόν να δούμε αν μπορώ τη διάθεσή σου ν’ αλλάξω..να πετάς ψηλά, να ζεις…». Σιγομουρμουρίζοντας και σιγοχοροπηδώντας ανοίγει τη μπαλκονόπορτα να αναπνεύσει τον ανοιξιάτικο αέρα της πόλης. Οι κουρτίνες λάμπουν στο εκτυφλωτικό φως. Σαν τις διαφημίσεις του tide ένα πράμα.. Κοιτάζει για λίγο τις γλάστρες στο μπαλκόνι. Έχουν ήδη μπουμπουκιάσει! Σε λίγο το μπαλκόνι της θα γεμίσει χρώματα! Μα απ’ τις ανέμελες κηπουρικές σκέψεις τη διακόπτει ένα τηλεφώνημα:
- Καλημέρα κολλητούλα! Τι κάνεις;
- Ω! Καλημερούδια ψυχούλα μου! Πως κι έτσι πρωινή;
- Σκέφτηκα ν’ αρχίσουμε τη μέρα μας με μια γλυκιά συνομιλία, έτσι, για να πάνε όλα καλά..Δεν έχει τέλειο καιρό σήμερααααα;
- Αχ, ναιιιι…Πολύ όμορφη η ιδέα σου. Έλα ν’ ανταλλάξουμε θετικές ενέργειες*!
- Λοιπόν, άμα τελειώσουμε νωρίς τις δουλίτσες μας εννοείται ότι πάμε για καφεδάκι στη λιακάδα, ΟΚ;
- Φυσικά κουκλίτσα! Φιλάκια πολλά!
- Φιλιάαααααα!
Ακόμα πιο χαρούμενη η ηρωίδα μας ανοίγει την ντουλάπα με τα λουλουδάτα ρούχα της. Δυστυχώς έχουν ξεμείνει και μερικά χειμωνιάτικα αλλά στην πρώτη ευκαιρία θα κάνει ένα ξεσκαρτάρισμα ώστε να μείνουν μόνο τα δαντελωτά πουκαμισάκια και τα ρομαντικά φορέματα, οι αγγελιοφόροι της άνοιξης. Αλλά επειδή είναι ένα αιώνια μεγάλο παιδί αποφασίζει να φορέσει το αγαπημένο άνετο τζιν της και τα αθλητικά παπούτσια που τόσο τη βολεύουν στις μεγάλες βόλτες της. Διαλέγει γρήγορα τα ρούχα, δε βάφεται – άλλωστε, το ξέρει ότι η φυσική ομορφιά της αξίζει πιο πολύ απ’ όλα τα στολίδια του κόσμου – και ψάχνει την τσάντα που ταιριάζει με αυτά που φοράει. Ωχ, δεν πρόλαβε να στρώσει τη κρεβάτι… «Ε, καλά..αφού γυρίσω θα τακτοποιήσω!» σκέφτεται κάπως ενοχικά, κάνει και την πρωινή προσευχή - κατάλοιπο από τα σχολικά χρόνια, την ενοχική προσωπικότητα και την πίστη της ότι τελικά θα το σώσουμε το σώμα μας και την ψυχή μας και την καρέτα-καρέτα και ό,τι άλλο σε πολύτιμο κυκλοφορεί και κλειδώνει την πόρτα. «Τι καλά, το ασανσέρ είναι πάλι σταματημένο στον όροφο μου!» ψιθυρίζει. Φορτωμένη με τη σακούλα με τα σκουπίδια που μυρίζει βανίλια φτάνει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Δεύτερο τηλέφωνο:

- Έλα μανουλίτσα μουυυυ...τι κάνεις; Ναι, ναι, έχω κάτι δουλίτσες. Το μεσημέρι; Αχ, ωραία ιδέα αλλά κανόνισα με τη Βούλα/Σούλα/Τούλα (την όποια έτερη αγγελοκρουσμένη anyway..)να πάμε για καφεδάκι μωρέεεεε...(το νάζι έχει χτυπήσει ταβάνι σ' αυτό το σημείο.) Ωραία, ωραία..υπόσχομαι να ρθω το βραδάκι. Άντε φιλάκια!

Εκεί στην είσοδο, συναντά μια καλοστεκούμενη ηλικιωμένη γειτόνισσα και ανταλλάσσουν πρωινές αβρότητες.
«Όλα θα πάνε καλά!» σκέφτεται καθώς βγαίνει στο δρόμο κι αντικρίζει το γλυκό πρωινό. Και χαρούμενη οδεύει προς τις δουλειές της.






*Αυτό δεν ξέρω πως γίνεται αλλά αφού το ακούμε τόσο συχνά, σίγουρα θα υπάρχει τρόπος..

4 σχόλια:

BloodByTheJukebox είπε...

Άπαπα,ανατρίχιασα! Ο εφιάλτης του μποεμοκάλτ προλεταριάτου! Με παρηγορεί ωστόσο το ότι μπορώ να πάω να νοικιάσω οποιοδήποτε τυχαρπαστο σπλάτερ και να δω την εν λόγω αγγελοκρουσμένη (και τη φιλενάδα της) να σφαγιάζονται ανηλεώς από αιμοδιψή ζόμπι/σήριαλ κίλλερς/φονικές αράχνες/ψυχοφθόρα βατράχια και λοιπά κτήνη μέσα στο πρώτο 10λεπτο.

chaos-monde είπε...

Γλυκούλα μου,τί όμορφο ποστ!Εμένα πάλι κάθε πρωί με ξυπνάει μια φωνή που μου λέει "ξύπνα νεραϊδένιε άγγελε!Άλλη μια μέρα ξημερώνει και τα όνειρά σου περιμένουν τα κυνηγήσεις"!!!Σε φιλώ μοναχικό μου λούλουδι που κρέμεσαι απ΄τα κακοτράχλα γκρεμνά!Γιατί αμα δεν κανείς τον κασκαντερ στα γκρεμνά πώς θα μάθεις τί είναι ζωή?Καλό μεσημεράκι!Έχω φτιάξει πιτούλα με αγριόχορτα απο την Παπούα και Παταγονία!Έλα να σε φιλέψω!

Ανώνυμος είπε...

Blood μουυυυυ, σε λατρεύωωωωωωωω (ώπα, μισό, μια πολυάννα μπήκε στο κεφάλι μου, ξου, ξου!).
Έλα, εγώ είμαι πάλι. Έχεις κάνει σχόλιο - επιτομή στις αδίστακτες γάγγραινες αυτού του κόσμου. Και μια που αναφέρθηκες, όντως αυτές πάντα ξεπαστρεύονται πρώτες, απόδειξη ότι και ο τελευταίος σεναριογράφος ξέρει τι να τις κάνει ενώ ο θεός όχι (τρανταχτή απόδειξη της απουσίας του κι αυτή..). Χαιρετούρες!

Ανώνυμος είπε...

Όπως καταλαβαίνεις, σήμερα είναι μια μέρα που ψάχνω το 6 καθέτως μόνο..
Κάτσε να κατέβω απ' τα χαρωπά γκρεμνά, να ρθω να μασαμπουκώσουμε παταγονέζικα χόρτα (χόρτα απ' τα κανονικά; δε νομίζω ε..).