That can only mean one thing.And I don't know what that is...

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

εν μέσω μετακόμισης και άχαρων γιορτών, σ' αυτούς που αφήνω και σ' αυτούς που θα βρω.



Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009




εγώ θα συνεχίζω να παίζω μπάλα μόνη μου μέχρι τα πουλάκια να σταματήσουν να μασαμπουκώνουν κανναβούρι. α, και μπορεί να βάλω και ζαγοραίο άμα σχιζοφρενιαστώ κι άλλο. κι άμα ανέβει ο πυρετός στους 40 μπορεί και να βάλω κι εμένα να τραγουδάω. όχι, το λέω επειδή με είπανε πως συνήθως όσοι δεν ακούνε καλά δεν έχουν και καλή φωνή. τι λέτε μανδάμ; κουφή είμαι, όχι παράφωνη. απ' τα ντεσιμπέλ και τη μανιώδη
χρήση μπατονέττων το έπαθα, έχω και ιατρική γνωμάτευση επ' αυτού!

(λοιπόν, αυτό το ποστ είναι ένα ανυπέρβλητο παράδειγμα καταστροφής ενός υπέροχου κομματιού από τρισάθλια συνοδεία λόγου)

και επιτέλους θα μας εξηγήσει κάποιος γιατρός γιατί όποτε είμαι στο νεκροκρέβατο καταλαμβάνομαι απ' το πνεύμα του καλικάντζαρου και δεν έχω ησυχία;;;;;;
φωνή μάνας: γιατί, γνωρίζεις και κανένα γιατρό; όλοι σου οι γνωστοί απ' το πολυτεχνείο και τις φιλοσοφικές είναι!
φωνή δική μου(η πολύ βραχνή): ξέρω και καλοτεχνίτες.
φωνή μάνας: τώρα τα πιάσαμε τα λεφτά μας...
φωνή δική μου (η μετρίως βραχνή): τόση ώρα ρίχνω πάσα στη μπλοντ ρε μάνα...


καλέ, η φωνή της μάνας μου από που έρχεται;;;

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Κάποιοι μένουν σε τόπους που ο ήλιος δύει πιο αργά, παίζουν με τα δάχτυλα την άμμο και χάνουν τον προσανατολισμό τους το πρωί μετά τις αμμοθύελλες .Έχουν στις τσέπες τους μολύβια και νήμα κόκκινο για το γυρισμό στο σπίτι. Κάποιοι άλλοι έχουν σπίτια και διευθύνσεις και καθαρά παπούτσια και δεν έχουν ανάγκη από κανένα νήμα. Και κανείς δεν τους ψάχνει με αγωνία,και κανέναν δεν ψάχνουν, έχουν κάποια έδρα και την ίδια θέα απ' το παράθυρο. Και κάποιοι άλλοι είναι σαν χρώματα φτηνά που κανένας ζωγράφος δε θέλει να απλώσει με τα δάχτυλα στους καμβάδες του γιατί μένουν τ' αποτυπώματα πάνω του κι όχι στο χαρτί. Και λερώνουν. Εσωτερικοί μετανάστες που λερώνουν την ανατολή του ήλιου. Κι άλλοι, καθισμένοι σε μια πέτρα, περιμένουνε μια Κυριακή ή ένα καλοκαίρι. Πάνε χρόνια απ' την τελευταία Κυριακή που θυμάμαι.Είχε στρωμένο τραπέζι μ' απομεινάρια από κρασί και ψωμί και παιδιά να παίζουν με τα ψίχουλα και να νιώθουν ότι κάτι λείπει. Η περιπέτεια. Κι όταν μετά ήρθε μια μεγάλη περιπέτεια, ντύθηκαν πειρατές και ναυάγησαν. Και πως να επιστρέψουν στην κρεμασμένη απ' την άκρη του ορίζοντα πόλη για να διηγηθούν τις ιστορίες τους στους ανθρώπους; Να πουν πως έχασαν το παιχνίδι που οι ίδιοι έστησαν; Κανείς δεν καταλαβαίνει τους ξενιτεμένους άμα επιστρέφουν, έχουν κάποια απόσταση στα μάτια. Κι έτσι, οι άνθρωποι ξανάφυγαν για την περιπέτεια κυνηγώντας το καλοκαίρι. Άφησαν αποτύπωμα μα το άφησαν στην άμμο. Και το πήρε ο χρόνος. Και τώρα πια όσοι αγαπιούνται πολύ ανάβουν ένα αστέρι στον ουρανό να δώσει σήμα στα υπόλοιπα να ανάψουν κι εκείνα για να μας σκεπάζει η χαρά μας κι η λύπη μας. Και να μη χρειάζεται πια να μιλάει κανείς για τα τετριμμένα. Γι αυτό ο ουρανός είναι τόσο όμορφος. Έχουμε στείλει εκεί πάνω τις ζωές μας.
Κι εκείνους που κυνηγούν να φτάσουν το φεγγάρι δεν τους κατάλαβα ποτέ. Πρέπει να μένουν μυστικά τα μυστικά και αδιάνητες οι αποστάσεις. Και να είναι όλα βαλμένα με τάξη στην αταξία του κόσμου.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

εξερευνητές και κυνηγοί φαντασμάτων

Οι μέρες που δε σημαίνουν τίποτα όταν ξεκινάνε και δεν εκβιάζουν την προσοχή, που ξεκινάνε χωρίς προσδοκίες, χωρίς βαρίδια, χωρίς εμένα καμιά φορά. Αλλά, όπως και να’χει, διανύουν μεγάλο δρόμο από την ώρα που ξεκινάνε μέχρι τη στιγμή που θα κλείσει η μέρα. Οι μέρες που για κάποιους φθείρονται μπροστά στα μάτια τους κι ας τους πιάνει μια τρέλα γύρω στις 3 το πρωί να κερδίσουν όσα δεν κέρδισαν τις ώρες που χάθηκαν. Οι μέρες που ξημερώνουνε αόρατες κι αθόρυβες, μοιάζουν με κάποιους περαστικούς με λυπημένα μάτια που πολύ μ’αρέσει να τους κοιτάζω αλλά δεν αντέχω να κρατιέμαι απ’ τα μάτια τους για αρκετή ώρα. Οι μέρες που καταλήγουν σε πανωλεθρία ή σε νίκη από κει που κανείς δεν το περίμενε. Οι μέρες που επιστρέφουν κάτι φαντάσματα του παρελθόντος που έπρεπε να μην είναι πια μέρος της ιστορίας και να μη μαθαίνω πια νέα τους, να μη ξέρω με ποιο τρόπο συνεχίζονται οι ζωές τους. Οι μέρες που ό,τι συμβαίνει έχει αόρατους παρόντες που δε λένε να τα μαζεύουν και να φεύγουν για ένα πιο χαρούμενο κομμάτι του κόσμου. Κι όλες οι καθημερινές ασχολίες γίνονται με την αφόρητη παρέα τους, με χάσματα σιωπών και κολλημένα βλέμματα στο ποτήρι το πάντα γεμάτο απ’ όλα τα υπόλοιπα εκτός από νερό. Οι μέρες που δε με χωράει ο κόσμος αλλά δε θέλω κιόλας να τον αφήσω να γυρίζει χωρίς εμένα και τις ωθήσεις που δίνω κάθε τόσο στην τροχιά του. Οι μέρες που ξοδεύω σε φανταστικά ταξίδια κι αναζητήσεις εισιτηρίων για μέρη που ποτέ δε θα πάμε. Οι μέρες που τις μετράω με τα τσιγάρα κι αργεί να ρθει εκείνη η συνταρακτική ησυχία που όπως τα μεσημέρια του καλοκαιριού τίποτα δεν κινείται κι όλα περιμένουν την ωραία τους έκρηξη. Οι μέρες που με τρομάζει ν’ αλλάζουν οι φίλοι μου και να μην ξέρω πώς να παρακολουθήσω αυτές τις αλλαγές, να μη βρίσκω τρόπο να μπω πίσω απ’ τα βλέμματα. Κι εκείνες που καταλαβαίνεις τη στιγμή που αρχίζεις και χάνεις έναν άνθρωπο, που δε σε δένει τίποτα μαζί του. Τρομαχτικές μέρες. Οι μέρες που οι άλλοι μου μιλάνε και κάτι με ρωτάνε κι εγώ απαντάω αλλά δεν είμαι εκεί. «Ποτέ δεν είσαι» θα ‘λεγε κάποια φίλη. Και ίσως έχει δίκιο, γιατί πάνε κάτι χρόνια που άρχισα να λείπω. Κι από τότε με θυμάμαι, με αδέξιους τρόπους να προσπαθώ να επιστρέψω και να μη μ’αφήνουν τα φαντάσματα. Και πιο πολύ το δικό μου. Δεν τα φοβάμαι τα φαντάσματα, φοβάμαι αυτό που θα μείνει μετά, αφού φύγουν.
Οι μέρες αυτές που έλειπα απ' τον κόσμο κι είχα βρει έναν άλλον. Κι είναι μάλλον μόνιμο άγχος των εξερευνητών: τι θα μείνει απ' αυτους τους κόσμους που εγκαταλείπεις και σε ποιόν να επιστρέψεις.

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

burn...

κοίτα τώρα τι θυμήθηκα...η αυριανή μέρα θα φταίει. αφιερωμένο σ' όσους πάνε αύριο σχολείο, μαζί κι εμένα, μόνο αυτή η φράση μου 'ρθε..

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Διότι το βρίσκω πολύ δύσκολο να σχολιάσω τις δύο από τις τρείς τελευταίες αναρτησεις, θεώρησα σκόπιμο να παραθέσω ένα μουσικό βίντεο ως σχόλιο σ'αυτές και συνάμα νέα ανάρτηση, για να κανω και το κομμάτι μου. Και δραττομαι της ευκαιρίας, να το αφιερώσω και στην προσφάτως εορτάζουσα νεραϊδοσκονισμένη. Αγνοήστε τον μουσάτο κύριο της αρχής και την γλώσσα που χρησιμοποίησα. Ενίοτε παραλογίζομαι.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009


Ειχα ενα σπίτι με δυο βουκαμβιλιες στην είσοδο που μου ζωγραφιζαν φουξια χαμογελα καθε πρωι. Αυτο είναι αρκετο για να καταλαβεις. Το εσωτερικό του το ξερεις, μαζι το φτιαξαμε.. δεν θα στο αναλυσω, αν και μπαινω σ'αυτον τον πειρασμο..μπας και καταλαβεις.
Δυο μελισσες ήταν τα φιλαρακια μας.
Γυρισα ξανα στο σπίτι. Εβαλα στην πορτα το κλειδι μα δεν γυριζε.. δεν ξερω αν εφταιγε η πορτα η το κλειδι, το θεμα ειναι οτι δεν μπορουσα να κανω την δουλεια μου.
Σαν ταχυδακτυλουργος εβγαλα δυο μαντιλια απ΄τις ακρες των ματιων, μα το κλειδι δεν γυρναγε.






Γιατι αφησες την καγκελοπορτα ανοιχτη κι εβαλες
μεσα τον βορια ?
Μου ξηλωσε τις βουκαμβιλιες κι εκανε σκονη τα ευθραυστα ανθη τους.
Και δεν προλαβα να δω ουτε τον τελευταιο μωβ χορο τους.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Μου θυμίζεις εκείνη την ηλικία των είκοσι που είναι λες και θα κρατήσει για πάντα κι αυτό το πάντα μοιάζει τόσο μεγάλο και δύσκολο να το διαχειριστείς κι όμως το φυλάς στο χέρι και πας όπου είναι να πας χωρίς να ξέρεις που θα είσαι αύριο κι αν υπάρχει μεθαύριο. μου θυμίζεις εκείνη την ηλικία που δεν κουράστηκες ακόμα να μοιάζεις παράξενος στους άλλους κι αυτοί οι άλλοι είναι όλος ο υπόλοιπος κόσμος που δε σε πιστεύει, οι άλλοι οι ξεπερασμένοι κι οι μίζεροι που λυπόμαστε και που όταν και άμα ποτέ μεγαλώσουμε δε θέλουμε να τους μοιάσουμε. μου θυμίζεις ακόμα πως είναι όταν αγαπάς να κάνεις εκείνες τις παιδιάστικες κινήσεις που έχουν ξεχάσει πια τα χέρια μου να σχηματίζουν και να σκας χαμόγελα βαθιά απ' τα μάτια, που να ζουν όσο μια πεταλούδα και να τα αναγνωρίζουν λίγοι, εκείνοι οι τρελαμένοι για ζωή. Τότε που ακόμα αντέχαμε να πάμε απ' τον ανάποδο δρόμο και σέρναμε μαζί κι όλα τα λάθη μας. Τα λάθη που δικαιούσαι να κάνεις και θα ξανακάνεις με το απεριόριστο που σου δίνει ο χρόνος. Και που τα χρεωθήκαμε για μια ζωή κι από τότε ένα ποτήρι απ' ότι πίνουμε είναι πάντα για να ξεχρεώσουμε. Τότε που είχαμε κλείσει ένα παγκάκι για τα αιώνια είκοσι και μέναμε στο σπίτι με τους νεκρούς και τους αγέννητους, μια ανάσα απ' το κέντρο της δημιουργίας, ένα τσιγάρο δρόμο απ' το μυστικό. Και δε σου λέει ποτέ κανείς ότι αυτό το σπίτι το νοικιάζεις για ένα μικρό μικρό διάστημα και το παγκάκι θα στο πάρουν άλλοι, πιο νέοι, πιο επαναστάτες, πιο θλιμμένοι. Και το μυστικό θα μένει πάντα κλειδωμένο σ' εκείνη την ηλικία. Και σ' αγαπάω που πιστεύεις ότι δεν καταλήγουν όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Και μετά μ' αγαπάω και μένα λίγο αφού ακόμα αντέχω και παίζω με τις πιθανότητες όλων. Κι όσο σου δίνω ελπίδες να ξεφύγεις απ' το σωρό τόσο μου δίνω κι εμένα. Γιατί το μόνο που έμεινε από τότε είναι ο φόβος των άλλων, να μη γίνουμε σαν αυτούς. Εμείς είμαστε πάντα με τους αλλού, ποτέ με τους άλλους. Αλλά επειδή δεν ελπίζω κάθε μέρα, είναι φορές που το 'χω ξαναδεί το έργο και τότε κλείνω τα μάτια να μη σε δω που θ' αργοσβήνεις στο πανί, να μη σε δω να χάνεις. Γιατί ακόμα ελπίζεις. Προχθές ένα παιδί είπε πως δεν είμαι και πολύ συμπαθητική. Και λίγες μέρες πριν ένα άλλο παιδί με ρώτησε αν θυμάμαι τότε που ήμασταν πειρατές. Κι εγώ σε θυμήθηκα, του είπα ναι, του έφτιαξα μια περίεργη ιστορία και πήρα το ένα μου μάτι και το πλοίο της γραμμής και γύρισα. Για να σε δω να μη μεγαλώνεις.


Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009




ε, τώρα δεν είναι σαν να ξημερώνει για 24 ώρες συνεχόμενες;

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

Τριγυρνάω τις νύχτες στην πλατεία και βγαίνω στη γύρα για ποτήρια και ξεκρέμαστες λέξεις που ταλαντεύονται ανάμεσα στην αδιαφορία και την εξάρτηση. Μ' ανθρώπους που δε γνωρίζω καλά κι ούτε με ξέρουν καλά, αλλά φτιάξαμε μια κοινή συνθήκη ν' αγαπιόμαστε για όσο κυκλοφορούμε στα ίδια μέρη. Μετά, για ένα περίεργο λόγο και μ' ένα περίεργο τρόπο θα σκορπίσουμε όπως γίνεται πάντα και θα κλείσουμε το χρόνο που ξοδέψαμε ο ένας για τον άλλον με ανιδιοτέλεια σε ένα βαθύ πηγάδι. Το πηγάδι θα το ανοίξουμε μόνο όταν έρθει η ώρα να ξαναρίξουμε αγαπημένους ανθρώπους εκεί μέσα. έχω την υποψία ότι στο τέλος θα είναι όλοι εκεί μαζεμένοι κι εγώ θα προσπαθώ ν' ανοίξω το πηγάδι αλλά θα έχει σφηνώσει..Εκεί να δεις γέλια... Τα λόγια μου πια τα καταλαβαίνουν πιο πολύ απ' όλους αυτοί που δε με ξέρουν. Το ένα μου μάτι είναι ελεύθερο, σχηματίζει τ' ασχημάτιστα, δεν κάνει υποχωρήσεις, δεν αφήνει στιγμή να πάει χαμένη, χτυπάει όταν ξέρει πότε θα πονέσει πιο πολύ, δεν έχει ανάγκη κανέναν και τίποτα, ονειροβατεί κι όταν ξεμένει από λέξεις για κάτι περίεργα συναισθήματα εφευρίσκει καινούργιες. Tο άλλο μάτι δεν αντέχει, μετράει τις ώρες, τις μέρες, μετράει τους ανθρώπους, τους βρίσκει πάντα λιγότερους από δικό μου φταίξιμο, κοιτάει πίσω του, παίζει μια παρτίδα από οτιδήποτε και βγαίνει πάντα χαμένο, κρατάει λογαριασμό απ' όλες τις φορές που φέρθηκε σκάρτα.
Αν με προδώσει η θάλασσα, τα ποτήρια ο καπνός και τα γαλάζια μάτια..βράστα. Και μόνο κάτι απογεύματα που συναντάω κάποιους που περιμένουν το υπεραστικό για την πόλη καταλαβαίνω που με κοιτάνε περίεργα και με απορία και ξέρω ότι ή που με πρόδωσαν όλα και δεν είχα που να πάω ή που τα πρόδωσα εγώ και δεν είχα που να με ξαποστείλω. Όχι, ο καπνός αντέχει ακόμα. Για πόσο όμως..Πάω και ποντάρω την τύχη μου εκεί που έχω τις περισσότερες πιθανότητες να με κρεμάσουν. Πάω κι αφήνω τον εαυτό μου εκεί που έχω τις λιγότερες πιθανότητες να τον ξαναβρώ. Δεν είναι να 'χεις για αποσκευές θάλασσα, γαλάζια μάτια και ξεθυμασμένα μπουκάλια. από χέρι χαμένος..

Και δεν έχω καν σκυλί να με περιμένει σαν τον Οδυσσέα. Έχω χαρά. Και πολλή δουλειά. Και τα δύο δεν είναι το φόρτε μου. Περιμένω τη σκοτεινιασμένη ραστώνη να ρθω στα ίσα μου.

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

Λούμπεν συνταγή Νο 1

Για μοχίτο του χωριού, το λεγόμενο και αγροτικό - σε αντιδιαστολή με το αστικό μοχίτο που αναπαράγει την καπιταλιστική και καταναλωτική κοινωνία του μεταμοντερνισμού - θα χρειαστείτε:

  • αβάνα από την πόλη, την όποια πόλη... (εδώ και σε αυτό το κομβικό σημείο γίνεται η μετατροπή ενός αστικού προϊόντος σε αγροτικό, κάτι το εντελώς αντίστροφο από την καθιερωμένη φόρμα της καπιταλιστικής κοινωνίας)
  • δυόσμο κλεμμένο με διακριτικά πηδηματάκια από το μποστάνι του γείτονα (μπορούμε να πούμε και ότι το δανειστήκαμε, στα πλαίσια μιας κοινωνίας κοινοκτημοσύνης.)
  • λάιμ απ΄το διπλανό χωριό γιατί τα δύο μανάβικα του χωριού στο οποίο διαμένετε δεν είχανε
  • ροδάκινα κερασμένα απ΄το μανάβη (δεν τα ρίχνουμε στο μοχίτο εννοείται...τα τρώμε ως συνοδεία και ως αντίβαρο στα αστικά ξηροκάρπια που σερβίρονται στα απανταχού βαρς των πόλεων!)
  • μαύρη ζάχαρη που ως εκ θαύματος το μπακάλικο του χωριού διαθέτει! (φυσικά βιολογική, φυσικά από βασανισμένους αγρότες αναπτυσσόμενων χωρών.)
  • πάγο
  • μια πετσέτα καθαρή για να ρίξετε μέσα τον πάγο
  • μια βαριοπούλα -κατά προτίμηση αυτή που χρησιμοποιείτε στη δουλειά σας για να σας υπενθυμίζει τους συνδικαλιστικούς αγώνες που έχετε να δώσετε στους μαλάκες του ΥΠΠΟ από Δευτέρα..-, με την οποία θα αρχίσετε να βαράτε μέχρι θανάτου τον πάγο μέσα στην πετσέτα
  • μια λεκάνη - για τα ρούχα, για τα χόρτα δεν έχει σημασία... - στην οποία θα ρίξετε το μείγμα
  • την κάτω πλευρά ενός ανοιχτηρίου με την οποία θα αρχίσετε να ζυμώνετε το μείγμα
Τώρα, αν κάτι ξεχάσαμε, τα παράπονα σας στο δήμαρχο! Απαραίτητη προϋπόθεση, να πάτε μετά από 5 ώρες για δουλειά, σε 38 υπό σκιάν. Τότε θ' αρχίσει να στρώνει η μοχιτοκατάσταση εντός σας.
Αdiosssssssssssssssssssssss!!!

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

Κουράστηκα να βλέπω την ίδια ιστορία να επαναλαμβάνεται ...

Take it all or leave me alone...


Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

National geography...του κώλου.

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ

Καταμεσούσης της νυκτός, λαμπιριζούσης της σελήνης, ένθεν, εκείθεν και εντεύθεν του Αλιάκμονος, εις οικίαν ημικατεστραμμένην, ήτοι ερείπιον. Μετ' επίπλων πεπερασμένων δεκαετιών και καταψύκτου δύσχρηστου του οποίου ο ιδιοκτήτης αμελεί συστηματικώς όπως εμφανισθεί. Μετά μπυρών, κενών τενεκεδακίων και σβησθέντων σιγαρέττων. Μετά βοών άρκτων και λύκων καταβασθέντων εκ των παραπλεύρων ορέων. Άνευ ανθρωπίνου φωνής (ε, καλά, τον Μπακιρτζή δεν το λες κι ανθρώπινη φωνή..).
Θαρρώ καταλήφθηκα από το πνεύμα του αρχιφύλακα που κυνηγούσε τον Γκαντάρα το ληστή..

(στη φωτό, ο επικηρυγμένος, όπως ενεφανίσθη επάνω σε χαρταετό εις την Καρίτσαν Λαρίσης την 13ην Ιουνίου 2009)

Κι αφού αυτός πέθανε πια, ποιός θα με υβρίσει τεχνηέντως όπως εκείνος... Τι μου τον άφησε τον καταψύκτη ο προηγούμενος.. Χάθηκε να μ' αφήσει ένα πιάνο κι ας μην ξέρω ούτε μια νότα να πατήσω (έτσι το λένε;)... Εγώ τι ν' αφήσω στον επόμενο; Όποιο σπίτι αλλάζω, πάντα κάτι αφήνω να το βρει ο επόμενος κι ελπίζω κι εκείνος ν' αφήσει με τη σειρά του κάτι στον μεθεπόμενο και πάει λέγοντας... Στα άχρηστα είναι η ομορφιά λένε. Κι έτσι θα γεμίσουμε ένα σωρό σπίτια με πολυκαιρισμένα άχρηστα αντικείμενα. Έχουμε σχέδιο λέμε... Το δικό μου το σπίτι είναι μετακινούμενο με μόνη σταθερά εμένα και τα τασάκια. Α, και την Τέχνη και Ψυχανάλυση του Φούλερ. Κολλάω πάντα περίπου 37 σελίδες πριν το τέλος. Τέσσερις πόλεις έχει αλλάξει μαζί μου, χώρια τα νησιά, και προκοπή δεν είδε.
Από δω δε φαίνεται το ποτάμι. Μόνο ο Όλυμπος. Πάλι. Όπου και να φύγω τον Όλυμπο έχω θέα. Σταθερά. Από άλλες γωνίες. Και πάντα χιονισμένος. Να λιώσετε ρε, καλοκαίρι έχουμε! Να του βάλω ροδάκια, να τον παραπέρα, μου κρύβει τη θέα. Εδώ στην άκρη του Αλιάκμονα θυμήθηκα τον Παγασητικό. Κι είμαστε αρκετοί εκείνοι που χαθήκαμε τα βράδια εκεί.. Μόνο για το βορρά είναι οι μουσικές των Κολυμβητών, κάτω απ' τον Παγασητικό σαν να ξεφτίζουν.. Πώς είναι να χάνεσαι στον Παγασητικό...Θες τα παιδικά τα χρόνια, θες τα καλοκαίρια, θες που είναι κλειστός ασφυκτικά ο τόπος...μόνο εκεί μπορεί να χαθεί ο κόσμος. Εκεί και στην Αμοργό, που είναι πεδίο μαγεμένο οπότε το χάσιμο δε μετράει, είναι δεδομένο. Οπουδήποτε αλλού μας βρίσκει ο αρχιφύλακας.. Και πιο πολύ μέσα μας. Άμα χάνεται ο κόσμος μέσα σου τι να προλάβεις να σώσεις...

Ταξιδιάρικα πουλιά κι αγέρα, πότες θα μας πάρετε κι εμάς..
πέρα στου Αιγαίου τα νησιά, στου πελάγου τις ατέλειωτες αμμούδες...
(του χρόνου θα πάω κατά θάλασσα μεριά, υ-πό-σχε-ση)



Το τασάκι θα του αφήσω κι ας μην καπνίζει. Να το αρχίσει. Όχι ο αρχιφύλακας, ο επόμενος.
Όχι άλλα λάθη, πάντα λάθη.


See you when I see you
(που θα' λεγε κι ο Γκαντάρας στους συντρόφους άμα ζούσε σήμερα)

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2009

Είναι;

Ντάξ, αι νόου, είναι κλαψο μη πω..αλλά αυτή η ταλάντευση εκεί που είναι μπιούτιφουλ ο γουόρλντ... χθες βράδυ κόλλησε κάτω από μισό φεγγάρι σε σύναξη αδέσποτων..εν γένει.





(μεγάλη εφεύρεση οι ελλιπτικότητες στο λόγο, ούτε με τον εαυτό σου δε χρειάζεται να εξηγηθείς..)

Κυριακή, 17 Μαΐου 2009

Καλοκαίρι είναι...

Ύπνος στην αιώρα στο μπαλκόνι το βράδυ, σαββόπουλος στο ραδιόφωνο να τραγουδάει το «καλοκαίρι» κι εσύ να ταβανιάζεσαι με μισόκλειστα παντζούρια στις 5 το απόγευμα, αγώνες ποδοσφαίρου στις βεράντες με καθυστέρηση ήχου από τηλεόραση σε τηλεόραση, το κωλοκούνουπο να σε τσιμπάει στο μικρό δάχτυλο του ποδιού, επαναλήψεις στην tv, ένα ροδάκινο για μεσημεριανό γιατί απλούστατα βαριέσαι να μαγειρέψεις, μη σου πω και να φας, διακοπή ρεύματος τη μέρα που αγόρασες ένα πεντόκιλο παγωτό που το είχε προσφορά το μάρκετ, ανεμιστήρες οροφής στο haven, απεργίες των σκουπιδιάρικων, bacardi breezer μετά το μεσημεριανό για ζέσταμα μέχρι το βραδάκι, ένα μηχανάκι να σκίζει τη μεσημεριανή ραστώνη της γειτονιάς, ΔΗΠΕΘΕ σε τουρνέ στην επαρχία, τρία προσκλητήρια γάμων στους οποίους δε θα πας, άλλες τόσες κηδείες γιαγιάδων στις οποίες θα πας (σοβαρά τώρα, αφού στις κηδείες έχει πιο πολύ γέλιο..), θερινά σινεμά με χαλικάκια να σκαλώνουν στα παπούτσια, τοπογράφοι με θεοδόλιχους στα πανεπιστήμια και φοιτήτριες αγγλικής να ποζάρουν νομίζοντας ότι πρόκειται για φωτογραφική μηχανή περασμένων αιώνων.., ένα κιλό κεράσια
δύση στο λιμάνι κάτω απ’ τις ομπρέλες, Θανάσης στο θέατρο Δάσους…
Α, κι αυτά..

Θεσσαλονίκη-Αθήνα σε 8 ώρες χωρίς τσιγάρο με τον καρβουνιάρη κι οχτώ συνεχόμενα στριφτά στο σταθμό Λαρίσης, άπνια στα φράγκικα και δεκατρείς μουσικές να γίνονται μία ανάμεσα στα τραπεζάκια, ορδές ροδαλών βορείων σε πόλεις και νησιά, άλλες ορδές φοιτητών με παρδαλές βερμούδες και οχτώ πεντόλυτρα ζελέ στο μαλλί στα τρένα, πιο άλλες ορδές φοιτητριών με λαχανί σκουλαρίκια, πλουμιστά χαϊμαλιά, ισιωμένο μαλλί κομμωτηρίου και αδιάβροχο μακιγιάζ (για μπάνιο όλα αυτά), μποτιλιάρισμα στο δρόμο για Χαλκιδική, απλωμένα μαγιό στα σύρματα και μια καλοκαιρινή μπόρα με το που επιστρέφεις απ’ τη θάλασσα, , τσιγάρα με αλμυρή γεύση μετά τις βουτιές, δεκαεννιά βότσαλα από τη Σαμοθράκη, τέσσερις το πρωί αυθόρμητο αλλά ταυτόχρονο εγερτήριο για το Q στην Αμοργό, ταξίδι με τον άρχοντα του Αιγαίου, το Σκοπελίτη (ποια Δημητρούλα και Ρομίλντα κι αηδίες..κλάσης ανώτερος!), τρεις το χάραμα καταμεσής του Αιγαίου, καμιά δεκαριά ξάγρυπνοι πάνω στο καράβι κι ο μπάρμαν να σερβίρει την άγονη γραμμή, ταμπέλες με ρουμςτουλετ σε καταλύματα ‘εμπνευσμένα’ από την παραδοσιακή αρχιτεκτονική ή σε απομεινάρια της αρχιτεκτονικής της χούντας, βανίλια υποβρύχιο στην πλατεία στη Σέριφο, φυσικές τζίβες στα μαλλιά απ’ τον αέρα και το αλάτι, μωρά ασβεστωμένα απ’ το αντηλιακό στις παραλίες, νεκρές πόλεις τον Αύγουστο, συνταρακτική ησυχία στο Μπλε Λιμανάκι στην Αστυπάλαια, πανσέληνος του Αυγούστου σε άδειες παραλίες, χταπόδια να λιάζονται στα σύρματα στις ψαροταβέρνες, πλαστικές καρέκλες παρατημένες στον ήλιο να σπάνε πάνω στο κατάστρωμα έξω απ’ το λιμάνι της Τήνου, λατρεμένες επιδαύριες δηθενιές, Παγασητικός τη νύχτα με δεκάδες φωτισμένες βάρκες για ψάρεμα..

Ωχ…είναι και δουλειά…

μπίχλα ατελείωτη στην ανασκαφή και τρανζιστοράκι με επιλογές από τη λούμπεν εργατειά. Αγαπημένη στιγμή, στις εφτάμισι το πρωί το πουκάμισο το θαλασσί και καπάκι στο άδειο μου πακέτο..,αυτοσχέδιοι φραπέδες στην ανασκαφή, στάχτη απ’ το τσιγάρο να λερώνει την κάτοψη, αρχιτέκτονες και τοπογράφοι να ανταλλάσσουν κακίες (αηδία έχετε καταντήσει παιδιά..)

Μπορεί κι αυτά…
να μυρίζει καρύδα και άμμο το λεωφορείο
να πιστεύεις ειλικρινά ότι παίρνεις βιταμίνες από το αβάνα κλουμπ ανανά..
να ξεκινάς κάθε χρόνο για Αμοργό αλλά περιέργως να’χεις να πας κάτι χρόνια
να ξεφορτώνει το καράβι κουρασμένους κατασκηνωτές στην Αιγιάλη κι εσύ να είσαι στην έκτη μπύρα και να σε πιάνει ένας οίκτος, μια συμπόνοια και μια μελαγχολία συνάμα – σε μια βδομάδα τα ίδια θα σκέφτονται κι αυτοί για τους επόμενους..
να φτιάχνεις βαλίτσα τελευταία στιγμή και φυσικά να ξεχνάς πάντα κάτι σημαντικό
να βρίσκεις πετραδάκια και φύκια στα βιβλία απ’ το περασμένο καλοκαίρι
να ξεκινάς με το σκυλοπνίχτη από Θεσσαλονίκη για Κυκλάδες
να ψάχνεις τα σανδάλια στο πατάρι και να βρίσκεις ένα στρώμα θαλάσσης από τότε που ήσουν δώδεκα χρονών
να ξεκινούν οι κουβέντες με «-τι νέα; - τα ίδια μωρέ..» κι αυτά τα ίδια να φτάνουν να καλύψουν κόσμους, να φτάνουν για πολεμοφόδια..
να λιώνουν τα παγάκια για το τσίπουρο με το που φτάνουν στο τραπέζι
να αδειάζεις μπουκάλια εμφυαλωμένου στο κεφάλι σου περπατώντας στους δρόμους της πόλης
να μπαίνεις στην τράπεζα μόνο και μόνο γιατί έχει ισχυρό κλιματισμό
να απλώνεις μπουγάδα και σε τρεις ώρες τα ρούχα να είναι έτοιμα
να σε παίρνουν τηλέφωνο την ώρα που λιάζεσαι και να σου λένε «εδώ αυτές τις μέρες έβρεχε..»
να μισοκλείνεις τα μάτια γιατί σε θαμπώνει η τόση ομορφιά του κόσμου
να λείπουμε ο ένας στον άλλον, κι εμείς απ’ τον κόσμο...



(Άμα θυμάστε κάτι ακόμα ενημερώστε)

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Ε, δεν σκέφτηκα τίτλο, τι θες τώρα;

Μεταξύ μας, δεν έχει άλλη βροχή. ούτε προσομοιωτικές μπύρες. περνάμε από την προσομοίωση στην πραγματικότητα.

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Nαι, κάθε φορά που θα ρθω βρέχει..

Όλα ξεκίνησαν απ’ το καταραμένο καναδέζικο δημόσιο…που ούτε τη δικαιολογία του φραπέ δεν έχει..συνέχισαν με την πιο άτυχη ασυμφωνία που μπορούσε να στήσει ο χρόνος σε δύο ανθρώπους(ασυγχρονία το λένε;) κι απόψε δε μας θέλει ούτε ο καπνός. Ξέρω μωρέ ότι αύριο θα βρέχει. (Σε πάω στοίχημα και το μεταπτυχιακό σου…)Και ήπια αρκετά ώστε να μη με νοιάζει που δε θα έχω ούτε κι αυτή τη φορά ομπρέλα, αρκετά ώστε να μη θυμάμαι τι ακριβώς πάω να κάνω. Κι όσοι θυμούνται τις αφίξεις μου παρακαλώ να θυμούνται και τις αποχωρήσεις μου. Και να’χουν στο νου τους ότι ποτέ δε θα επιστρέψω με την ίδια φόρα και κάποτε να μου εξηγήσουν γιατί λείπουν απ’ την τσάντα μου κάτι χαρτιά που μου έδιναν εκείνη τη φόρα. Και να μη με κάνουν να γελάω ώστε να ξεχνάω ότι μου οφείλω να έχω λυπημένα μάτια. Και να μη μ’αφήνουν να φτάνω τόσο κοντά στο να με συγχωρώ. Και να με θυμίζουν όσα έχω να τους πω που πάντα ξεχνάω στην πορεία γιατί καμιά φορά δεν ξέρεις, πρέπει να μιλάς..και να λες τα καλά κι όχι να χτυπάς πάντα εκεί που πονάει, γιατί καμιά φορά μπορεί να λείψουν όλοι και να μην έχω να κερνάω μπισκότα απ’ το ντέφι σε κανένα. Και όσο απομακρυνόμαστε και διανυκτερεύουμε ξεχωριστά να με θυμούνται πολύ γιατί δεν ξέρω πως να περιμαζεύω όλα αυτά τα βάρη χωρίς τη μνήμη των άλλων. Και γιατί δε διανοούμαι να ξεχαστώ ούτε από το τελευταίο πεζούλι στο λιμάνι που αύριο θα στήσει κιτς πάρτι, πέρα απ’ τους γερανούς και τη σιδερένια μπάλα.
Εκεί είναι το πιο όμορφο σημείο του κόσμου κι ας μαζεύει και αιλουροειδή..πάμε.

Μετα-μετεωρολογικές προβλέψεις

Πάω στοίχημα ότι αύριο θα βρέξει...Έλα εσύ αδέρφι κι ας βρέξει...Σαν ν'ακουω την Πολυάννα από τον τάφο της..."θα κλάψει γλυκειά μου κι ο ουρανός που μας έρχεσαι για τελευταία φορά έτσι...Καλώς να ορίσεις καρδουλίνι-αδερφουλίνι"...Ανατρίχιασα!Σε περιμένουμε να γυρνοκοπήσουμε για μια ακόμη φορά!Θα ανέβαζα το "καθε φορά που θα'ρθεις βρέχει",αλλά το αιλουροειδές στο βίντεο του γιουτουμπιού με απέτρεψε...Ε απλά φαντάσου να το τραγουδάμε με τον ληξίαρχο α καπέλα(μία πιάνω,δύο αφήνω!) στο δρόμο απο βαρ σε παβ και τούμπαλιν!

Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Τίποτα, μην ενοχλείστε. απλά, όσο είναι αυτό το πάρτι πρώτη μούρη μου θυμίζει ότι πρέπει να προσπεράσει τις άλλες προτεραιότητες. Ωχ...ψυχαναγκασμός και σε πάρτι..που ξανακούστηκε..

Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

Γιατί πάρτι κι οχι πάρτυ???

1.επειδη η αγιογδύτισσα αλλάζει πόλη για μια ακόμη φορά και δεν έρχεται στη Θεσσαλονίκη οπότε γλιτώνουμε από τη βλαμμένη παρουσία της
2.γιατι η φτώχεια θέλει καλοπέραση, όπως έλεγε κι η προγιαγιά μου
3.γιατι δεν έχουμε τίποτα καλύτερο να κάνουμε αφού ούτε φέτο θα γυρνάμε τα νησιά
4.για να αποκτήσουμε σχέσεις οργής με τη γηραιά γειτονιά
5.γιατι είναι ένας τρόπος να ανακατέψουμε παρέες που ξέρουμε εκ των προτέρων ότι δεν ταιριάζουν
6.για να αρχίσει η chaos την καριέρα της ως dj
7.για τη φασίνα της επόμενης μέρας
8.για να μάθει η αγιογδύτισσα να φτιάχνει καιπιρινια εις βάρος των στομαχιών των φίλων της
9.για να παίξουμε τετρις με μεθυσμένα πτώματα τα χαράματα
10.για να αποδείξει η αγιογδύτισσα επιτέλους σε όλους ότι έχει ταλέντο στο ντέφι
11.για να μείνουν στην αγιογδύτισσα τα άδεια μπουκάλια να τα κάνει φωτιστικά
12.γιατι κανείς δεν έχει γιορτή, γενέθλια κλπ. Βαρεθήκαμε τα κλισέ πάρτι.
13.για να κουρευτούμε εμπνευσμένα μετά την ντίρλα
14.για να αποδείξουμε ότι ΝΑΙ μάθαμε τελικά τα βήματα του τσα τσα
15.για να μιλήσουν μαλωμένοι φίλοι μεταξύ τους
16.και εν τέλει να μαλλιοτραβηχτούν και να πέσει γέλιο
17.για να συναντηθούν κυριολεκτικά τα μεγάλα (οινο)πνεύματα
18.για να υποχρεώσουμε τους μπουζουξήδες φίλους μας ν’ ακούσουν Beirut
19.για να γίνει το πρώτο παγκοσμίως μετα-παρτι
20.για να πείσουμε τους άλλους ότι κατά βάθος είμαστε χαρούμενοι άνθρωποι
21.για να το ντουμανιάσουμε και να το ευχαριστηθούμε μια τελευταία φορά πριν την απαγόρευση του καπνίσματος
22.για να βγάλουμε γαματες φωτογραφίες, να τις εκθέσουμε και να γράψουμε ένα μεταμοντέρνo κείμενο στον κατάλογο της έκθεσης
23.για να απαντήσουμε επιτέλους στο ιστορικό ερώτημα «what means kefi»;
24.γιατι η chaos έχei δισκοκηλη και δεν ξέρει για πόσο ακόμα θα μπορεί να χορεύει
25.γιατι μας αρέσουν τα λοφάκια από τσιγάρα
26.για να έχουμε λόγο να αγοράσουμε καινούρια φουστανάκια
27.για να φτιάξουμε μοχιτο σε λεκάνη. Υπό άλλες συνθήκες θα μας έλεγαν αλκοολικιές και παρανοϊκές
28.για να δούμε πως είναι σε προφίλ ένας μπάτσος στις 5 το πρωί
29.για να αναγκαστούμε από το πολύ ρεζίλεμα να ψάχνουμε σοβαρά δουλειές στο εξωτερικό και να φύγουμε επιτέλους
30. για να εκτελέσει η αγιογδύτισσα σε κοινή θέα τη χορογραφία απ’ τη σκηνή στο καφέ στο bande a part
31. για να παίξουν όλοι εν αγνοία τους σαν κομπάρσοι στην ταινία της chaos
32. για να πει η αγιογδύτισσα από κοντά σε όλους την τελευταία εφεύρεση – ατάκα «ο εγωισμός μου πέφτει κι εγώ του ρίχνω νέφτι»
33. γιατί είναι ο προτελευταίος στόχος στη λίστα της chaos και της blood με τελευταίο να κατέβουν με τα πόδια από την Τιχουάνα στη Γη του Πυρός. Άμα το κάνουν αυτό θα βρεθούν πιο κοντά στον πολυπόθητο στόχο
34. για να δημιουργήσουμε γκουρμέ ντίρλες με τσίπουρο με κρόκο απ’ την παραγωγή στην κατανάλωση
35. γιατί έχουμε και γαμώ τις playlists αλλά βαρεθήκαμε να τις ακούμε μεταξύ μας
36. για να γίνει πραγματικότητα το ρητό «στον πλανήτη happy κανείς δεν κλείνει μάτι»
37. για να πραγματοποιησούμε μια φορά έστω κάτι που σχεδιάσαμε να κάνουμε
38. για να φέρουμε σε επαφή κάτι ισπανούς φίλους με το ελληνικό μπρίο
39. για να καταλήξουμε ξημερώματα άυπνοι, πιωμένοι και πτώματα να μαλώνουμε μεταξύ μας
40. για να έχουν μεγάλη κατανάλωση τα φαρμακεία την επόμενη και ο κλάδος των φαρμακοτριφτών που πολύ εκτιμούμε
41. για να ξεπεράσουμε επιτέλους το πάρτυ του Κηλαιδόνη
42. γιατί η αγιογδύτισσα ξέρει ότι θα πεθάνει στα 52 και έχει ήδη περάσει τα μισά της χρόνια πάνω σ’ αυτή τη γη
43.για να γίνει το πρώτο πάρτυ των τριών γεωγραφικών διαμερισμάτων και των δύο θαλασσών
44.γιατί έρχονται εκλογές και δε θα τις αντέξουμε χωρίς πιοτί
45.για να μη λένε ότι στο partizan είναι καλύτερα
46.για να κάνουμε πραγματικότητα την όλη φάση στα «200 τσιγάρα»
47.για να μας συγχαίρουν για 38 χρόνια φίλοι και γνωστοί για ’κείνο το βράδυ
48. για να μας κάνει η blood τσαλίμια ακούγοντας Tom Waits
49.για να κάνει κάποιος γενναίος παντομίμα το «Υπάρχει και φιλότιμο»
50.για να πάρουμε δυνάμεις για τα επόμενα 10 χρόνια βλακείας, αφραγκείας και ντίρλας
51.για το γαμώτο!



Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

Ανάρτηση για έναν φίλο - κηδεία για μια Πολυάννα

Έτσι…πάλι αρχίζει μια εποχή, αθόρυβα. Και για λίγο, κάτι στιγμές μόνο, πολύ άπιαστες σαν από αέρα, όταν ακούγονται οι Μπεϊρούτ ή όταν πέφτουν τα παγάκια στον φραπέ, είναι σαν να ξανάρχισες κι εσύ μαζί. Χωρίς παρελθόν, χωρίς μνήμη, χωρίς υποχρεώσεις και χωρίς την ανάγκη να μάθεις απ’ τα λάθη σου. Χωρίς τίποτα. Και με όλα. Και μετά πάλι:

- Σκατά διάθεση έχω ρε συ..
- Αδυσώπητη άνοιξη πουτάνα…Μας πετάει στα μούτρα όσα δεν θέλουμε να δούμε.
- Έεετσι…Μα είναι μερικοί που λένε «θα ‘πρεπε να χαίρεσαι» και με το που το ακούω αυτό πάω αυτόματα και νιώθω το αντίθετο. Και δεν ξέρω αν φταίνε αυτοί ή εγώ.
- Εσύ. Να δεις που ακριβώς επειδή είμαστε τέτοιοι άνθρωποι δε μας συμπαθούμε…
- Είσαι απερίγραπτη.
- Είσαι κακούργος.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Τσιγάρα, μπουγάδα και νάυλον.

«Ωραία λιακάδα..» μουρμουρίζει ο ήρωας μας. Αμέσως αποφασίζει να βάλει εκείνο το ρημαδοπλυντήριο που εδώ και δέκα μέρες όλο το αναβάλλει. Αλλά καθώς κοντεύει να ξεμείνει κι από σώβρακα δεν τον παίρνει άλλο.. Ανοίγει το παλιό πλυντήριο, αντίκα της γιαγιάς, και ρίχνει ό,τι βρει μπροστά του..από μαύρα μέχρι γκρίζα δηλαδή. Κάθε μπλουζάκι και καημός, κάθε καημός και ξενύχτι, κάθε ξενύχτι και μισό ποτήρι ουίσκι στη μπλούζα (τι στο διάολο, όλοι οι σερβιτόροι τρύπια χέρια έχουν..κι όχι τίποτα άλλο, αλλά δεν είναι κι απ’ τους ανθρώπους που θα πάρουν ύφος και θ’ αρχίσουν τις παρατηρήσεις)..
«Μωρέ δε πετάω και τις κουρτίνες; σχεδόν μαύρες έγιναν..» σκέφτεται αλλά κάτι μέσα του τον κάνει να μετανιώσει, μάλλον η γκρίνια της μάνας «καλά βρε παλικάρι μου, πότε θα μάθεις να ζεις μόνος σου, όλα εγώ πρέπει να τα κάνω, κι άμα πεθάνω θα σε φάει η βρώμα, τομάρι αδιόρθωτο!» κι άλλα γλυκόλογα. Πάει να βάλει μπρος το πλυντήριο (με το τσιγάρο στο στόμα ρε γομάρι;), πέφτει το τσιγάρο μέσα (α,α, απαραίτητη διευκρίνηση, είναι απ' αυτά με την πόρτα από πάνω!), πάει αυτός να το μαζέψει, είναι όμως πολύ αργά, έχει αρχίσει ήδη η πρώτη πλύση. Κι εκεί που αρχίζει και βρίζει τον εαυτό του μια σκέψη του περνά απ’ το μυαλό: οι παλιές νοικοκυρές έβαζαν σταχτόνερο στις μπουγάδες για να λάμπουν τα ρούχα, οπότε γιατί να σκάει;
Άντε..πάει κι αυτό. Φτιάχνει έναν καφέ και χαζεύει μια επανάληψη στην tv, για πολλοστή φορά. Ξέρει όλες τις ατάκες απ’ έξω και πριν μιλήσουν καν οι ηθοποιοί ψοφάει στα γέλια. Αλλά για κακή του τύχη ακούγονται περίεργοι θόρυβοι απ’ το πλυντήριο, κάπως σαν να καταπίνει μια σαύρα ένα αιγοπρόβατο, κάπως σαν τον αχόρταγο ένα πράμα…Αμάν, κάτι μάγκωσε μέσα στο πλυντήριο. Ανοίγει το ντουλάπι με τα εργαλεία κι αρχίζει να σκαλίζει το πλυντήριο. Ένας ιμάντας λάσκαρε, δεν είναι τίποτα (ακόμα και για τον ήρωα μας που..πως να το πω…είναι και τέρμα loser..αλλά καλό παλικάρι). Φυσικά και με τα πολλά το’ φτιαξε. Και βρήκε κι ένα χαρτονόμισμα των 20 ευρώ στην πίσω τσέπη του τζιν, κολλαριστό, κολλαριστό, να μοσχοβολάει σκιπ. Κι ένα κόκκινο μπλουζάκι ξεχασμένο απ’ τις μέρες της αντίστασης να ’χει γίνει βυσσινί. «Δε βαριέσαι..θα το χαρίσω στο Γιάννη που είναι βυσσινί θύελλα..». Α, και μια κάλτσα χωρίς το ζευγάρι της. «Κι αυτή μπακούρι..» μονολογεί.
Ήρθε και η ώρα του μαλακτικού. Το οποίο φυσικά ξέχασε να αγοράσει χθες που πήγε στο σούπερ μάρκετ. Ωστόσο, θα κάνει την καρδιά του πέτρα και θα βγάλει τα ρούχα απ’ το πλυντήριο χωρίς να έχουν μαλαχθεί…Αλλά για κακή του τύχη – είπαμε, πολύ γκαντέμης λέμε – ο αποπάνω έχει απλώσει στη δεξιά μεριά απ’ τα σύρματα, ο αποκάτω στην αριστερή και η πιο αποκάτω στη μεσαία. «Κι εγώ τι να τα κάνω τα ρούχα ρε, σκουλαρίκια στ’ αφτιά;;;;» σκέφτεται. Ωστόσο, ο πολυμήχανος ήρωας μας – πολυμήχανο τον έκαναν οι πολλές γκαντεμιές, όχι η φύση – θυμάται ότι έχει ένα μεγάλο νάυλον από τότε που κάνανε κάμπινγκ με τα παιδιά και το απλώνει στο καθιστικό για να στριμώξει εκεί την απλώστρα με τα ρούχα που δε χωράει στο μπαλκόνι. Με το που βλέπει όμως το νάυλον, τον πιάνει μια μελαγχολία γιατί τώρα πια δεν πάνε κάμπινγκ, γιατί τώρα πια οι περισσότεροι φίλοι του δουλεύουν τα καλοκαίρια, ο ένας δε έχει και παιδί…Και τώρα πια η μία έχει τη μέση της, ο άλλος έχει την πλάτη του κι η άλλη έχει τον αυχένα της… «Πως καταντήσαμε έτσι…». Δεν πτοείται όμως. Όλα αυτά τα πάθανε απ’ τις πολλές ώρες ορθοστασίας στα μπαράκια, οξεία μπαρίτιδα. Σκάει κι ένα χαμόγελο απ' τα ωραία του γιατί σε τελική ανάλυση, άμα είναι να είσαι κοντά στα 30 και να είσαι ερείπιο καλύτερα να είσαι έτσι λόγω πρότερου ανέντιμου βίου.

H Πολυάννα βάζει πλυντήριο.

«Ω, τι όμορφη λιακάδα!» αναφωνεί η ηρωίδα. Κρίμα τέτοια ευκαιρία να πάει χαμένη. Αυτομάτως αποφασίζει να βάλει πλυντήριο για να εκμεταλλευτεί τον υπέρλαμπρο ήλιο. Αδειάζει τις τσέπες των ρούχων, τα γυρίζει απ’ την ανάποδη για να μην ξεθωριάσουν, τα Διαχωρίζει στις 8 αποχρώσεις του γαλάζιου, του χρώματος του ουρανού και της θάλασσας που τόσο λατρεύει και τόσες φορές την έχουν συντροφεύσει στις ονειροπολήσεις της. Αλλά αφού είναι και οικολόγα αποφασίζει να τα βάλει όλα μαζί, μαζί και κάτι λίγα ροζ πον πον ρουχαλάκια. Ε, φυσικά είναι ρομαντικιά λέμε, ακόμα και την ταραμοσαλάτα μόνο με ροζ ταραμά τη ντερλικώνει. Ωστόσο, όπως ίσως ήδη έχουμε αναφέρει, είναι ένα καθημερινό απλό κορίτσι του σήμερα που παλεύει με τις καθημερινές αντιξοότητες του να είσαι μια ευαίσθητη ψυχή και μια δυναμική ύπαρξη ταυτόχρονα, σαν να λέμε βλάχικο γλέντι με βαν Μπιούρεν στην κονσόλα. Βρίσκει το αγαπημένο της απορρυπαντικό με άρωμα σκι του βουνού (το καλοκαίρι αγοράζει το αντίστοιχο σε άρωμα σκι της θάλασσας). Μέχρι να πλυθούν τα ρούχα στο υπερσύγχρονο πλυντήριο φτιάχνει ένα καφεδάκι και χαζεύει λίγο με τις κολλητούλες της στο msn (τι λες άνθρωπε μου! Η ηρωίδα δεν έχει κολλητούς, τι την πέρασες, καμιά ρεμάλω!). Μμμμ..έφτασε η ώρα για το μαλακτικό, το καλύτερο της. Παίρνει το καζολίν απ’ το ντουλάπι. Καλά ε.. φτιάχνεται μόνο που το αναγιγνώσκει: «Συχνά η σκληρή καθημερινότητα μας εμποδίζει να εκφράζουμε αυτά που νιώθουμε μέσα μας. Γι’ αυτό λοιπόν θέλουμε οι άνθρωποι να ξεπεράσουν τις αναστολές τους, το φόβο και τις ντροπές τους και να αρχίσουν να εκφράζουν ελεύθερα τα συναισθήματά τους. Γιατί δηλαδή να μην τραγουδάτε στο μπάνιο, να μην χορεύετε στο δρόμο, ή να μην αγκαλιάζετε τους φίλους που συναντάτε...Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι εάν ξυπνήσουμε τις αισθήσεις μας- την αφή, την όραση, την γεύση, την όσφρηση και την ακοή - θα μπορούμε να χαλαρώνουμε πιο συχνά. Το αίσθημα που δημιουργείται όταν ακούμε το γέλιο ενός παιδιού, μυρίζουμε φρεσκοκομμένο γρασίδι ή απολαμβάνουμε το ηλιοβασίλεμα... αυτές οι εμπειρίες δημιουργούν χαμόγελα, διώχνουν τις αναστολές και κάνουν τη ζωή μας ομορφότερη». Αυτές είναι φασίνες, όχι μαλακίες.
Βγαίνει λοιπόν κι αυτή στο πεντακάθαρο μπαλκόνι της με τα πολύχρωμα λουλουδικά και ανακαλύπτει ότι μπορεί να απλώσει άνετα όπου θέλει καθώς κανείς από τους γείτονες δεν έχει βάλει μπουγάδα. «Τι τέλεια!» σκέφτεται.




Α ρε πουλάκια, χάθηκε να' χατε ένα καζολίν στο σπίτι, ν' αρχίσω να τρέχω στα μπακάλικα θέτε;;;;

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Οι υπόλοιποι ξυπνάνε





Ένας φρικτός ήχος σπάει την όμορφη σιωπή του μισοσκόταδου. «Άι σιχτίρ από δω χάμω..πήγε κιόλας 8;» σκέφτεται η ηρωίδα μας και προσπαθεί να βγάλει τις λέξεις από μέσα της μάταια. Φυσικά ο λαιμός της έχει κλείσει απ’ τα χθεσινά που κατέβασε. Τα πρωινά εσωτερικά μπινελίκια διακόπτει μια γνώριμη σιχαμερή φωνή. Φυσικά αποκοιμήθηκε με την τηλεόραση αναμμένη (το timer ρεεεεεε! θα το θυμηθείς ποτέ;;;). Κι εκεί που η τελευταία χθεσινή εικόνα που θυμάται είναι το ούλτιμειτ τσόπερ να κάνει αλοιφή ένα τσιμεντότουβλο, τώρα βλέπει – μισοβλέπει δηλαδή – τον Αυτιά να σχολιάζει δηλώσεις του Μητσοτάκη… «Ε ρε πούστη, το κέρατο μου μέσα..γκρρρρρ» κι άλλα τέτοια σκέφτεται. Ψάχνει το τηλεκοντρόλ ανάμεσα στα σκεπάσματα αλλά βρίσκει το τασάκι. Γεμάτο. Πάλι το ξέχασε στην κρεβατοκάμαρα..Και φυσικά μυρίζουν τσιγαρίλα και όλα τα σκεπάσματα..Α,να και το τηλεκοντρόλ! «Άντε πάνε να γαμηθείς παλιοπαπάρα..» μονολογεί μουντζώνοντας τον Αυτιά και το πάνελ του βεβαίως, βεβαίως και κλείνει το χαζοκούτι. Κι εκεί που πέφτει πάλι ησυχία, ακούγονται οι αποπάνω που αλληλομπινελικώνονται αγρίως και τα χώνουν και στο 3χρονο παιδί τους επιπλέον. «Να θυμηθώ να κάνω μια καταγγελία στο χαμόγελο του παιδιού..» μονολογεί και το γράφει σ’ ένα ποστ ιτ που στοιβάζεται μαζί με άλλα 23 στον τοίχο. Άντε να βρούμε και τις παντόφλες τώρα.. Στην προσπάθεια ανεύρεσης της δεύτερης παντόφλας σκοντάφτει πάνω στο καλώδιο του τηλεφώνου, εξοστρακίζεται στον τοίχο, του ζητάει συγγνώμη, αυτομάτως αντιλαμβάνεται το λόγο που δεν της απαντά ο γάιδαρος ένα «παρακαλώ, δεν πειράζει» και σέρνει το κουφάρι της μέχρι την τουαλέτα. «Τι μούτρα είν’ αυτά…..» μουρμουρίζει. Ψάχνει για την οδοντόκρεμα. «Ποιος τρόμπας τη ζούλιξε απ’ τη μέση του σωληναρίου;;; εγώ αποκλείεται..» σκέφτεται και κοιτάζει βαθιά τον καθρέφτη. Αλλά δεν βλέπει κανέναν και λογικά υποθέτει ότι τη μπινιά την έκανε το μπουρνούζι. Το τηλέφωνο κουδουνίζει επίμονα.
- Έλααα…( χειρότερη βραχνάδα αυτός..) Σε ξύπνησα;
- Όχι, πάω δουλειά. Τί έγινε κι είσαι τέτοια ώρα ξύπνιος;
- Ρε συ, θυμάσαι πέρυσι τις απόκριες που είχαμε δει μια ταινία μ’ ένα τρανζίστορ που μου θύμιζε κάτι; Είχα ένα τέτοιο στο πατάρι, το βρήκα πριν λίγο.
- Έλα ρεεεε, θα περάσω να το δω μετά.
- Καλά, πάω να την ξαναπέσω τώρα. Τα λέμε.
- Άντε καληνύχτα.
Στην κουζίνα ψάχνει κάτι φαγώσιμο, λιπαρό κατά προτίμηση, μετά τη ντίρλα για να στρώσει το στομάχι. Κάνει καφέ και ψάχνει το κονιάκ. Αμάν, αμάν…το ήπιανε προχθές. «Ααα, κάτσε μην έχουμε Tia Maria..έλα ρεεεε, πάει κι η θειά Μαρίτσα;» μιλάει μόνη της καθώς αναγκάζεται να ρίξει στον καφέ λικέρ μανταρίνι που έφτιαξε με τα χεράκια της παραπρόπερσυ και μάλλον δεν πίνεται γι’ αυτό και ξόμεινε. Άντε κι ένα τσιγάρο τώρα..Αμάν, αμάν, αμάν! Ξέμεινε από χαρτάκια. «Ε, γαμώ το ξεσταύρι μουυυυυυυυυ!» χοροπηδάει ξυπόλυτη απ΄ την τσαντίλα. Πώς να ξεκινήσει η μέρα ατσίγαρη.. Αρχίζει να ψάχνει σ’ όλο το σπίτι. «Μωρέ, λες να’ χω στο ψυγείο; Why not; Και την άλλη φορά που έψαχνα το κινητό εκεί το βρήκα..» μονολογεί. Αλλά φευ! Δεν είναι εκεί. Αποφασίζει να ντυθεί να πάει στο περίπτερο. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: θα πάρει και μπουγατσούλα, μιλκομπούκαλο και τα παρελκόμενα γιατί το στομάχι διαμαρτύρεται σαν τη Λιάνα Κανέλλη. Ανοίγει τη μπαλκονόπορτα να δει αν έχει καλό καιρό. Ωραία…ο ήλιος την τύφλωσε τελείως! Και μέσα στην τύφλα της ακουμπάει στη γλάστρα με το στραβοχυμένο φυτό και τις κουτσουλιές των περιστεριών που το κατακλύζουν. Έχει γεμίσει τη βεράντα με cd αλλά τα πουλάκια εξακολουθούν να τη χέζουν ανελλιπώς. Ανοίγει τη ντουλάπα αποφασισμένη να φορέσει τα ρούχα που δύο δευτερόλεπτα αργότερα ανακαλύπτει πως είναι στα άπλυτα. «Δε βαριέσαι..» μονολογεί. Και φοράει ό,τι βρει στη ντουλάπα η οποία θυμίζει εκείνη του Κωνσταντίνου Μαρκορά με λίγες πινελιές σκοτωμένου μωβ, σκοτωμένου πράσινου, σκοτωμένου μπλε, σκοτωμένου γενικότερα. Βρίσκει και το ένα πορτοκαλί παπούτσι. Βρίσκει και το ένα βυσσινί. «Ωραία αντίθεση κάνουν..» σκέφτεται. Απλώς είναι και τα δύο για το αριστερό πόδι. Με τα πολλά βρίσκει και τα δεξιά και πάει για χαρτάκια. Το ασανσέρ είναι στο ισόγειο φυσικά..άντε ν’ ανέβει το ερείπιο που κάθε βδομάδα χαλάει.. Η ηρωίδα έχει γύρει στην πόρτα του ασανσέρ και μισοκοιμάται. Με το που γυρίζει απ’ το περίπτερο σκοτώνεται να προλάβει το τηλέφωνο που το ακούει να κουδουνίζει απ’ το διάδρομο, στρίβοντας ταυτόχρονα και το ριμαδοτσίγαρο.
- Καλημέρα σας, κάνουμε μια έρευνα μπλα μπλα μπλα…Μπορείτε να μας πείτε το σημαντικότερο κατά τη γνώμη σας πρόβλημα που αντιμετωπίζει η πόλη σας;
- Το νομάρχη της.
- (παύση) Ένα ακόμα;
- Βεβαίως. Το πάρκινγκ.
- Εσάς πόσο χρόνο σας παίρνει να βρείτε να παρκάρετε;
- Μα εγώ δεν οδηγώ.
- Μάλιστααα.. Πιστεύετε πως οι αρχές της πόλης σας έχουν κάνει τα σωστά βήματα για να αυξήσουν την ποιότητα ζωής των κατοίκων;
- Επειδή ανοίξαμε μεγάλη κουβέντα και βιάζομαι θα’ θελα να συντομεύουμε.
- Μπλα μπλα μπλα…
«Χάθηκε μια φορά να τηλεφωνήσουν για πολιτικό γκάλοπ που θα παίξει στο δελτίο των 8 ρε πούστη; Αλλά βέβαια, με τέτοιες μαλακίες που τους λες σ’ έχουν στη black list..». Έτσι είναι ο Έλληνας… σώνει και ντε να γίνει διάσημος έστω και ανώνυμα. Ώπα, δεύτερο τηλέφωνο.
- Έλα ρε. Δουλεύεις σήμερα;
- Έλαααα…
- Που πήρα… Αλέκα Κανελλίδου εκεί; Τι φωνή είν’ τούτη ωρέ βαριόμοιρη;
- Μισό, να βάλω ραδιόφωνο…
Φυσικά πετυχαίνει διαφημίσεις. Φυσικά μια απ’ αυτές τις αχαρακτήριστες των Jumbo.
- Μωρέ, βγήκαμε για μια μπύρα χθες και η μία έφερε την άλλη και τ’ ανακατέψαμε και ξέρεις μωρέ.. Πώς είναι όταν εσύ πας για μπιρίμπα στην παραπάνω ρούγα και καταλήγεις στη Φούρκα για τσίπουρα ένα πράμα;
- Ξέρω..Α, να σε πω..θα κατέβεις κέντρο;
- Ξέρω γω...Εσύ;
- Ξέρω γω…Καλά, άμα συναντηθούμε τα λέμε. Λες να πάμε να λιαστούμε σαν τα μοσχάρια στη λιακάδα;
- Ε,ναι.. άμα είναι να πάμε θα πάμε. Αλλιώς… (σκέφτεται, σκέφτεται..ντόινγκ! τη βρήκε την ατάκα) δε θα πάμε.
- Το cd θυμήσου ε!
Κοιτάζει το ρολόι κι έχει αργήσει. Βάφεται λίγο γιατί που θα πάει με τέτοιους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια.. Ψάχνει την τσάντα που κρατούσε χθες που έχει μέσα το λογαριασμό της ΔΕΗ τον οποίο κουβαλάει κάθε μέρα εδώ και μιάμιση βδομάδα με σκοπό να τον ξοφλήσει αλλά θα το κάνει μόνο αφού λήξει. Ωχ, πάλι τηλέφωνο.
- Έλα ρε μάνα…ναι, δουλεύω. Τι; Καλά, θα κοιμάμαι… Καλά, θα τρώω..Καλά λέμε, γειά.
Εκείνη τη μέρα έχει κι ένα σωρό δουλειές..Πως είναι μερικές μέρες που το μόνο που έχεις κανονίσει είναι να βρεις το 6 καθέτως στο σταυρόλεξο: νορβηγός καλουπατζής με 12 γράμματα; Και το παιδεύεις, τηλεφωνείς στους πάντες «-έλα ρε, ξέρεις κανένα Νορβηγόςκαλουπατζή; – ξέρω έναν καλουπατζή στον Εύοσμο και ένα Νορβηγό που’χε έρθει με erasmus στη σχολή πριν 3 χρόνια, σου κάνουν;», το κάνεις κι ένα google μπας και το βρεις και καταπονημένος πας για ύπνο στο τέλος της μέρας και χωρίς να έχεις πετύχει το μοναδικό στόχο που έθεσες; Ε, το ακριβώς αντίθετο σήμερα. Απ’ όλα έχει σήμερα ο μπαξές, μέχρι και δημόσιες υπηρεσίες. Ποτέ οι δουλειές δεν έρχονται με μέτρο.
Εκείνη τη στιγμή ακούγεται μήνυμα απ’ το κινητό. «Έχει πλάκα να’ ναι ο Κώστας…» αγχώνεται. Φυσικά και δεν είναι ντε. Απ’ το υπουργείο μεταφορών είναι και την ενημερώνουν να οδηγεί πάντα με ζώνη. «Αφού δεν έχω καν δίπλωμα…» σκέφτεται. Ψάχνει τα κλειδιά για να μην τα ξεχάσει όπως την άλλη φορά μέσα στο σπίτι και τρέχει για κλειδαρά. Το ασανσέρ αυτή τη φορά είναι στον 8ο. «Την τύχη μου, την τσούλα..». Ταυτόχρονα βγαίνει απ’ το διπλανό διαμέρισμα ο κουφός παππούς.
- Καλημέρα κοπελιά! Πώς είναι η Κύπρος;
- Ποια; (Μες τη νύστα και τη βιασύνη ξεχνάει πως ο παππούς νομίζει πως η ηρωίδα μας είναι απ’ την Κύπρο, άσχετα που οι προηγούμενοι νοικάρηδες – 8 χρόνια πριν δηλαδή – ήταν απ’ την Κύπρο.) Αααα..μια χαρά. (γιατί να του χαλάσει την ψευδαίσθηση του γέροντα…).
Κατεβαίνουν στην είσοδο όπου κάποιος έχει παρατήσει τα σκουπίδια του. Ο παππούς αρχίζει τους αφορισμούς προς τη νέα γενιά. «Ωχ, τα σκουπίδια ξέχασα να πάρω μαζί..». Άλλη μια μέρα υπαρκτού σουρεαλισμού ξεκινάει.

Παρεμπιπτόντως και εντελώς τυχαία, η ηλιόλουστη μέρα σε ένα 10λεπτο φέρνει βροχή και η ηρωίδα – πως αλλιώς ντε.. – δεν έχει πάρει μαζί της ομπρέλα. Ρίχνει μια μούντζα κατά πάνω και φοράει την κουκούλα της. Το κόβω να τη μπαγλαρώνουν τα μπατσόνια..

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

Η Πολυάννα ξυπνάει



(Πρόκειται για ομάδα που αριθμεί μόνο γυναίκες, τουλάχιστον απ’ όσο ξέρω δεν εμπίπτουν άνδρες σ’αυτή την κατηγορία..δόξα τα χίλια ξωτικά του δάσους...)






Ένας χαρούμενος ήχος αντηχεί στο όμορφο, χρωματιστό δωμάτιο. Ααα.. το ξυπνητήρι… Ανοίγει τα μάτια της κι απ’ τις γρίλιες μπαίνουν οι ηλιαχτίδες. Χαμογελάει που άλλη μια όμορφη μέρα μόλις άρχισε. Σηκώνεται χαριτωμένα απ’ το κρεβάτι με τα πορτοκαλί σκεπάσματα που μοσχοβολάνε μαλακτικό με άρωμα αγριοπαπάγιας και βατόμουρων της Γουατεμάλας. Με αέρινα βήματα φτάνει στην τουαλέτα όπου παρατηρεί το πρόσωπό της φωτισμένο απ’ τη φρεσκάδα της πρωινής δροσιάς. Πλένει προσεκτικά τα δόντια της. Έπειτα, ανοίγει το ψυγείο για να στύψει πορτοκάλια και να πάρει τις απαραίτητες βιταμίνες της. Σίγουρα υπάρχει φρέσκο γάλα που μαζί με θρεπτικά δημητριακά αποτελούν την αρχή μιας δυναμικής μέρας. Μήπως να άλειφε και μια φετούλα με μέλι; Μμμ..το Βιτάμ απλώνεται πλούσιο πάνω στο φρέσκο ψωμί… Η ηρωίδα μας σκάει ένα χαμογελάκι όταν η σκέψη πως θυμίζει τις διαφημίσεις του Βιτάμ την κυριεύει.. Λείπει ένας όμορφος, πλούσιος, πετυχημένος σύζυγος και δύο παιδάκια, ξανθά κατά προτίμηση, ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι (με διαφορά μεταξύ τους 14 μήνες. Ε, φυσικά το αγοράκι θα είναι το πρωτότοκο καλέ!). Ο καφές μοσχομυρίζει σαν τις διαφημίσεις γιάκομπς που όλοι κλείνουν αισθαντικά τα μάτια και μεταφέρονται από τα Πατήσια στις ερήμους της Αραβίας…Ανάβει την τηλεόραση και πέφτει πάνω σε ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα οπότε και ενημερώνεται σύντομα για την επικαιρότητα. Σε λίγο ωστόσο βαριέται. «Δε βάζω καμιά μουσικούλα βρε αδερφέ;» σκέφτεται. Προτιμά κάτι σε cd, για την ακρίβεια Χατζηγιάννη.. «άσε με λοιπόν να δούμε αν μπορώ τη διάθεσή σου ν’ αλλάξω..να πετάς ψηλά, να ζεις…». Σιγομουρμουρίζοντας και σιγοχοροπηδώντας ανοίγει τη μπαλκονόπορτα να αναπνεύσει τον ανοιξιάτικο αέρα της πόλης. Οι κουρτίνες λάμπουν στο εκτυφλωτικό φως. Σαν τις διαφημίσεις του tide ένα πράμα.. Κοιτάζει για λίγο τις γλάστρες στο μπαλκόνι. Έχουν ήδη μπουμπουκιάσει! Σε λίγο το μπαλκόνι της θα γεμίσει χρώματα! Μα απ’ τις ανέμελες κηπουρικές σκέψεις τη διακόπτει ένα τηλεφώνημα:
- Καλημέρα κολλητούλα! Τι κάνεις;
- Ω! Καλημερούδια ψυχούλα μου! Πως κι έτσι πρωινή;
- Σκέφτηκα ν’ αρχίσουμε τη μέρα μας με μια γλυκιά συνομιλία, έτσι, για να πάνε όλα καλά..Δεν έχει τέλειο καιρό σήμερααααα;
- Αχ, ναιιιι…Πολύ όμορφη η ιδέα σου. Έλα ν’ ανταλλάξουμε θετικές ενέργειες*!
- Λοιπόν, άμα τελειώσουμε νωρίς τις δουλίτσες μας εννοείται ότι πάμε για καφεδάκι στη λιακάδα, ΟΚ;
- Φυσικά κουκλίτσα! Φιλάκια πολλά!
- Φιλιάαααααα!
Ακόμα πιο χαρούμενη η ηρωίδα μας ανοίγει την ντουλάπα με τα λουλουδάτα ρούχα της. Δυστυχώς έχουν ξεμείνει και μερικά χειμωνιάτικα αλλά στην πρώτη ευκαιρία θα κάνει ένα ξεσκαρτάρισμα ώστε να μείνουν μόνο τα δαντελωτά πουκαμισάκια και τα ρομαντικά φορέματα, οι αγγελιοφόροι της άνοιξης. Αλλά επειδή είναι ένα αιώνια μεγάλο παιδί αποφασίζει να φορέσει το αγαπημένο άνετο τζιν της και τα αθλητικά παπούτσια που τόσο τη βολεύουν στις μεγάλες βόλτες της. Διαλέγει γρήγορα τα ρούχα, δε βάφεται – άλλωστε, το ξέρει ότι η φυσική ομορφιά της αξίζει πιο πολύ απ’ όλα τα στολίδια του κόσμου – και ψάχνει την τσάντα που ταιριάζει με αυτά που φοράει. Ωχ, δεν πρόλαβε να στρώσει τη κρεβάτι… «Ε, καλά..αφού γυρίσω θα τακτοποιήσω!» σκέφτεται κάπως ενοχικά, κάνει και την πρωινή προσευχή - κατάλοιπο από τα σχολικά χρόνια, την ενοχική προσωπικότητα και την πίστη της ότι τελικά θα το σώσουμε το σώμα μας και την ψυχή μας και την καρέτα-καρέτα και ό,τι άλλο σε πολύτιμο κυκλοφορεί και κλειδώνει την πόρτα. «Τι καλά, το ασανσέρ είναι πάλι σταματημένο στον όροφο μου!» ψιθυρίζει. Φορτωμένη με τη σακούλα με τα σκουπίδια που μυρίζει βανίλια φτάνει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Δεύτερο τηλέφωνο:

- Έλα μανουλίτσα μουυυυ...τι κάνεις; Ναι, ναι, έχω κάτι δουλίτσες. Το μεσημέρι; Αχ, ωραία ιδέα αλλά κανόνισα με τη Βούλα/Σούλα/Τούλα (την όποια έτερη αγγελοκρουσμένη anyway..)να πάμε για καφεδάκι μωρέεεεε...(το νάζι έχει χτυπήσει ταβάνι σ' αυτό το σημείο.) Ωραία, ωραία..υπόσχομαι να ρθω το βραδάκι. Άντε φιλάκια!

Εκεί στην είσοδο, συναντά μια καλοστεκούμενη ηλικιωμένη γειτόνισσα και ανταλλάσσουν πρωινές αβρότητες.
«Όλα θα πάνε καλά!» σκέφτεται καθώς βγαίνει στο δρόμο κι αντικρίζει το γλυκό πρωινό. Και χαρούμενη οδεύει προς τις δουλειές της.






*Αυτό δεν ξέρω πως γίνεται αλλά αφού το ακούμε τόσο συχνά, σίγουρα θα υπάρχει τρόπος..

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

With tired eyes, tired minds, tired souls, we slept.

Αν ο κόσμος έπρεπε να τελειώσει απόψε θα ‘θελα να με βρει σε κάποια σύναξη στη Βιέννη, λίγο πριν τη Σετσεσιόν, με μακρύ φουστάνι – που θα ξέρω πώς να το κυκλοφορήσω κι όχι να το σέρνω άτσαλα – και μ’ ένα ποτήρι τζιν στο χέρι. Μετά θα ακολουθούσαν πολλά ακόμα ποτήρια και στριφτά τσιγάρα. Κι η ιδέα της απαγόρευσης του καπνίσματος θα έμοιαζε τόσο αστεία όσο κι αποτρόπαιη. Γιατί υπήρξαν κάποιες εποχές στην Ιστορία που ο καπνός ήταν αναγκαίος για να σκεφτεί ο άνθρωπος πιο θολωμένα μήπως και κάνει εκείνο το απρόσμενο βήμα που δε χωράει σε κοινωνικές συνθήκες, μήπως και σχηματίσει εκτός του αυτό που τον χαρακώνει εντός του. Κάποια στιγμή, αργοπορημένος χωρίς την ανάγκη να δικαιολογηθεί, θα έφτανε κι ο Κλιμτ, θα ενοχλούσε το βλέμμα του κι έτσι δε θα χρειαζόταν να μιλάει. Θα ήταν το σπίτι γεμάτο ιδέες και τίποτα χειροπιαστό εκτός απ’ τα ποτά. Κι αν αρχίζαμε να χορεύουμε χωρίς να μιλάμε με τη φυσικότητα που έχουμε όταν σιωπούμε μπροστά στο αγαπημένο, γύρω θα γκρεμίζονταν οι τοίχοι, οι οροφές και τα πατώματα. Θα διαλύονταν σαν στάχτη ή πατουσολακούβες (αυτό με τα κάστρα εντελώς κλισέ πια..) από άμμο, σιωπηλά και διακριτικά. Άλλωστε εμείς θα κερδίζαμε τις εντυπώσεις, αυτά θα λειτουργούσαν κάπως σαν παραπληρωματικό μοτίβο. Και θα συνεχίζαμε να χορεύουμε μέχρι να μη βρίσκουν κάπου να ισορροπήσουν τα πόδια μας. Όλοι χαμογελαστοί. Και θολωμένοι. Όταν διαλύεται ο κόσμος καλό είναι να έχεις ορθάνοιχτα μάτια αν θες να τον σώσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, ενδείκνυται συμπεριφορά κλάιν μάιν κουλτουριάρη με απροσδιόριστο επάγγελμα, πικρόχολο λεξιλόγιο και ασυναίσθητη ανάγκη να παρακολουθεί τον εαυτό του και να αλλάζει ρόλους, όχι για τον άλλους αλλά για κείνον. Για να αντέχει τον εαυτό του.
Ποιόν εαυτό…Εγώ έχω μετρήσει ήδη έξι. Δεν τους έδωσα ονόματα γιατί κι εγώ που έχω ένα αναγκάστηκα γρήγορα να φορτωθώ άλλα τρία που έχουν εντυπωθεί στη συνείδηση των συνοδοιπόρων. Κι έτσι, ο καθένας μόνος όταν σκοτεινιάζει κι πιο μόνος όταν νιώθει ικανός να κατακτήσει όλο τον κόσμο, μόνος με τους πολλούς εαυτούς μετράει τις μέρες για την άνοιξη. Κι ας το κάνουν ένα σωρό άνθρωποι τριγύρω, σαν μοναδική διαδικασία μοιάζει. Απ’ αυτό που νομίζουν όλοι ότι καταφέρνουν όταν το πιθανότερο είναι να έχουν απλώς περάσει το σύνορο πιωμένοι. Και πάλι στον ύπνο πιαστήκαμε..Κρίμα η προετοιμασία και τα ερωτηματικά και και τα διλήμματα και όλα αυτά που δίνουν την ψευδαίσθηση της σκέψης. Όλα φυσικά έρχονται. Κι η άνοιξη και τα επόμενα κεφάλαια, και τα επόμενα τσιγάρα κι ο ύπνος. Αλλά να…είναι μερικοί σπαστικοί άνθρωποι με πολλή ζοχάδα κι αναλυτική σκέψη, με σκούρα ρούχα και υποχρεώσεις που πάντα τις αφήνουν μισοτελειωμένες γιατί βαριούνται όλα τα γύρω τους (και τα μέσα τους βεβαίως..) και καταλήγουν να κουράζονται στα εύκολα, να προσπαθούν στα δύσκολα και στο τέλος να κάνουν όμορφες τρύπες στο νερό που μια απ’ αυτές στο άμεσο μέλλον θα τους καταπιεί – όχι τίποτα άλλο, αλλά έχουν κατασκάψει όλο τον τόπο... Υπάρχει κι η περίπτωση να έκαναν κάτι χρήσιμο ή ουσιαστικό αλλά όταν περνούσαν απ’ το σύνορο που σηματοδοτεί τη διαφορά να ήταν και πάλι πιωμένοι. Αλλά δεν θα το εξετάσω γιατί δεν ξέρω αν είναι το χειρότερο ή το καλύτερο που μπορεί να τους συμβεί..
Και πήγαν για ύπνο πτώματα ενώ όλες τις μέρες σκέφτονται πως θα κάνουν κάτι που ποτέ δεν κάνουν.

(και τώρα που το σκέφτομαι το πιθανότερο είναι σε 50 σειρές να προσπαθούν να πουν κάτι που γράφτηκε σε μία…)
(ε..το 'ξερα πως δε θα ήταν δόκιμο να κλειστώ για 6 ώρες σε μια αίθουσα σινεμά, να τα αποτελέσματα…και δη σε πειραματικές ταινίες όπου τελειώνει ο κόσμος…)
(εαυτός 3 προς εαυτό 2: παίζουν κι άλλες παρενθέσεις για θα μιλήσεις ντεκλαρέ;)
(εαυτός 5: ο 2 πάντα σιωπά όταν ο 3 του απευθύνει το λόγο. Κι εγώ δεν έχω απάντηση.)

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Καβουροαγκαλιές

Ολος ο κοσμος καθρεφτίζεται μες τα γαλαζοπράσινα νερά σου
Μια στικτη γραμμη ανάμεσα μας.
Το πιο γλυκο μου ονειρο κυοφορεις κι εγω σερνω τα βαρίδιά του...Γιατί?
Δεν πρεπει να ρωταμε γιατι..σημερα το έμαθα.
Στο απλό βρίσκεις την ομορφιά.
Όταν την βρεις μην προσπαθησεις να την περιγραψεις..δεν θα τα καταφερεις
Κατσε απέναντι..χαλάρωσε..κι απόλαυσε την.
Ζήσε γιατί κανένας δεν μπορεί να το κάνει για πάρτη σου.
Μην κλείνεις τα μάτια..χάνομαι. Κλείστα σε προσέχω.
Ο χρόνος διαγράφει παραβολή.
Το αντικειμενικό τους είναι υποκειμενικό.
Το υποκειμενικό σου το αποδεικνύω μαθηματικά ως αντικειμενικό..
δεν θα πρεπε.
Ένα καλάθι πλεγμένο ..χάρισα το μισό και ηρθε στα χέρια μου διπλό.
Θα πανε όλα καλά.


Εκχυλιστηρας συνεχους γραμμης DDS και σπαστήρας ζαχαροτευτλων
για ιδιωτική χρήση με δυναμικότητα βιομηχανίας.
θΑ ξεκινησω παραγωγη σπιτικών μαρμελάδων για πλήρη αξιοποίηση και συνετή διαχείριση
Stock για πιθανες μελλοντικές διακοπές παροχής ηλεκτρικού ρεύματος.

Ανοιξε τις δαγκάνες σου τα χάπια και τις γόβες μου γραπώνω κι έρχομαι.

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

Χαρμολύπη

Είδα στον ύπνο μου ότι ισορροπούσα στα σπασμένα μαρμάρινα σκαλοπάτια του Ζενίτ κι ήταν νύχτα βαθιά. Και δεν ήθελα να προχωρήσω πάνω, ούτε να κατέβω. Και τα κοιτούσα λες κι είχαν μάτια και μου ανταπέδιδαν πικραμένα βλέμματα που ’χα καιρό να πιάσω στον αέρα.
Κάποιος παλιά μ’ είχε ρωτήσει άμα ξέρω να διαβάζω τους αέρηδες. Νόμιζα ότι ήξερα κι είπα ναι. Αλλά ήταν των αλλονών τα μάτια, όσων θέλουν να φεύγουν ακόμα κι αν περνάνε όμορφα εκεί που βρίσκονται. Των αλλονών τα μάτια που με μπέρδευαν και τα ’έβλεπα τις νύχτες γι’ αστέρια σ’ ένα χωριό χωρίς φωταψίες κι αυτοκίνητα που είχα ξεμείνει για δουλειά έναν Αύγουστο. Με είχαν μπερδέψει γιατί είχα να δω χρόνια ουρανό χωρίς κόκκινες αποχρώσεις και αντανακλάσεις προβολέων, χωρίς τα απομεινάρια του πολιτισμού μας.
Αυτά λοιπόν τα πικραμένα βλέμματα ποτέ δεν ήξερα πώς να τα διαχειριστώ, τα συμπίεζα, τους έλεγα κοφτές, ξεψυχισμένες φράσεις σαν να παίζουμε σε ταινία και μαλακίες, να φύγουν από πάνω μου, να πάνε να θαλασσωθούν μήπως καθώς θα πνίγονται βρούνε τις λύσεις. Κάποτε κατάλαβα πως είχα ταλέντο ν’ ακούω τα μάτια και να κάνω πως δεν τους δίνω σημασία για να μπορέσουν πιο εύκολα ν’ απαγκιστρωθούν από μένα κι απ’ το πρόβλημα. Και πετύχαινε. Χωρίς τελικά να βρίσκει ο καθένας τη λύση του εξαιτίας μου ή εξαιτίας του. Ερχόταν μόνες τους οι λύσεις, έφτανε το πλήρωμα του χρόνου μάλλον. Και μετά τα πικραμένα βλέμματα με κοιτούσαν στα μάτια και κάτι έλεγαν αλλά μόνο τα φωνήεντα έπιανα. Τα σύμφωνα πρέπει να’ ναι πιο δύσκολα…Κι απ’ τα φωνήεντα κάποια άκρη έβγαζα, κάτι σαν που να λέει ότι άμα η χαρά είναι πολλή εγώ δεν μπορούσα να την αντέξω, ούτε να τη διαχειριστώ. Γι’ αυτό όποτε είχανε χαρά δε μπορούσα να βρω εύστοχα λόγια κι έμενα να ψάχνω ένα χαμόγελο πάνω μου.
Αλλά μια μέρα που η παλιά μου πόλη έμοιαζε να αιωρείται γιατί στην άκρη της παραλίας ο ουρανός και η θάλασσα δεν ξεχώριζαν, κι ούτε φαινόταν τίποτα ικανό να τη συγκρατήσει, είχα πει «έχω μια λύπη» και δε θυμάμαι σε ποιόν το είχα πει, ούτε τι εννοούσα τότε. Αλλά σα να κατάλαβα όσους «είχαν μια χαρά» γιατί τα μάτια μου είχαν πάρει τα βλέμματά τους. Και κάπως αρχίσαμε να μοιάζουμε. Και μετά πάψαμε να καταλαβαινόμαστε όπως παλιά. Βρήκαμε έναν τρόπο κάπως στεγνό, χωρίς αυτή την καθημερινή ποίηση που κάποιοι την έλεγαν βλακεία (δεν τους αδικώ, είναι η άλλη όψη του νομίσματος…), χωρίς να θυμάμαι τις μέρες που διέσχιζα, μόνο αυτές που περνούσαν από πάνω μου.
(Αυτό με τη μνήμη πρέπει να το σώσω κάπως. Γιατί ούτε και τώρα θυμάμαι τι ήθελα να πω. Μόνο τα σκαλοπάτια του Ζενίτ θυμάμαι.)