That can only mean one thing.And I don't know what that is...

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

Δοκιμασία

Το παρακάτω εγχείρημα αποτελείται από καίρια, φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους διλήμματα με απώτερο σκοπό την ανάδειξη της σχιζοφρενικής, πλην συνηθισμένης προσωπικότητας η οποία ενεδρεύει υποχθονίως και αυτοβούλως εντός κάθε ανθρώπου (ενίοτε και υπανθρώπου…). Τα διαφορετικά αποτελέσματα που προκύπτουν από την έρευνα αποδεικνύουν το μέτρο των προσωπικών κρίσεων οι οποίες οδηγούν σε αντικειμενικά συμπεράσματα ή αυτό των αντικειμενικών κρίσεων που οδηγούν σε υποκειμενικά συμπεράσματα. Έχω μπερδευτεί μ’ αυτή τη λεπτομέρεια.
Και ξεκινάμε:
Βουνό ή θάλασσα;
Κρέας ή ψάρι;
Χριστούγεννα ή Πάσχα;
Φωτιά ή αέρας;
Τρύπες ή Ξύλινα Σπαθιά;
Λάθος ή σωστό;
Ψύξη ή τήξη;
Μέρα ή νύχτα;
Μπέσα ή μπουγιαμπέσα;
Σνούπι ή κουνούπι;
Στραπατσάδα ή εντσιλάδα;
Σαμάρι ή γομάρι;
Κουραμπιές ή λεβιές;
Σκόνη ή θρύψαλα;
Σοκ ή δέος;
Γυαλί ή χαϊμαλί;
Αντικλείδι ή Ευκλείδη;
Σινεμά ή καπλαμά;
Βούγιας ή Κούγιας;
Βούδας ή Κούδας;
ΠΑΟΚ, Άρης ή Ηρακλής;(λόγω του γνωστού άσματος πάνε αναγκαστικά πακέτο)
Βίσση ή Βανδή;
Δολοφονία ή ατύχημα;
Παρεξήγηση ή εξήγηση;
Παραδόθηκε ή αποδόθηκε;
Χρήμα ή κρίμα;
Μάνα γκρέκα ή μάνα τούρκα;
Μάνα κουράγιο ή μάννα εξ ουρανού;
Αρνάκι του θεού ή αρνάκι φρικασέ;
Νύχτα ξελογιάστρα ή νύχτα στάσου;
Και εντέλει…
Γεννημένοι μεθυσμένοι ή γεννημένοι νικημένοι;;;;;;;;;;;;


Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Μάτια από νύχτα

Κάποιες φορές αντιλαμβάνομαι ότι ο τρόπος που έχουμε εφεύρει για να περνούν οι ζωές μας είναι ο εντελώς ανάποδος από αυτόν για τον οποίο έχουμε φτιαχτεί. Γιατί αρνούμαι να πιστέψω ότι υπάρχουμε για να ξυπνάμε το πρωί, να διασχίζουμε τη μέρα με μάτια κουρασμένα και άδεια και να φτάνουμε στη νύχτα το ίδιο άδειοι.

Αλλά η νύχτα είναι άλλος κόσμος. Είναι εκεί που όλοι φοράνε το ωραίο τους πρόσωπο, θολό κι απελπισμένο, κάπως μπλαζέ κι απόμακρο. Είναι εκεί που κάποιοι με βλέμματα από αστραπές και μαύρο μισοσβησμένο μολύβι κάτω απ' τα μάτια περιφέρουν το σώμα τους, τον εγωισμό τους, τη μοναξιά τους. Η νύχτα είναι σ' εκείνους τους ασφυκτικά γεμάτους χώρους όπου συναντιούνται τα μάτια κι έχουν να πουν κούφιες λέξεις, εκεί όπου τα τσιγάρα καίνε τα πανωφόρια και τα παγάκια λιώνουν στο πάτωμα. Κι όλοι, μόνοι μεταξύ μόνων, διασκεδάζουν τη δύσκολη ύπαρξη τους. Αυτό που τους πονάει και μπορεί να μην έχει όνομα αλλά είναι εκεί, πορτιέρης στα μαγαζιά που τους ακολουθεί στο σπίτι. Η νύχτα είναι εκεί που κάποιοι, όμορφοι και θαρραλέοι, προκαλούν την τύχη τους, αναμετριούνται μ' ένα αύριο που κανείς δεν ξέρει αν θα' ρθει και πότε αλλά μέσα του κρύβει κι ένα ύπουλο ποτέ που κάνει τα πάντα ανέφικτα. Κι όλοι αυτοί οι 'σκόρπιοι' είναι εκεί που είναι κι είναι αυτοί που είναι για τον εαυτό του ο καθένας. Καταραμένοι να θυμούνται...Η νύχτα είναι εκεί που κάποιοι περπατούν στα βρεγμένα σοκάκια και στις ψαραγορές του κέντρου ακούγοντας μόνο τα βήματά τους που' ναι σαν να δίνουν το ρυθμό για να κρατηθεί το βράδυ. Είναι εκεί που συναντιούνται δύο απ' αυτούς τυχαία στο δρόμο και κοιτάει ο ένας τον άλλο στα μάτια χωρίς υποψίες και φόβο. Σαν συνωμότες της νύχτας. Γιατί ξέρουν..πόσο δύσκολο είναι να βλέπεις τους γκρεμούς και να μην ξέρεις να βαδίσεις. Η νύχτα είναι γι' αυτούς που γυρίζουν σπίτια τους τις ώρες που πάνε οι άλλοι για δουλειά κι ας έχουν κι εκείνοι πρωινό ξύπνημα. Είναι γι' αυτούς που βγαίνουν τις καθημερινές, ποτέ τα Σάββατα. Σάββατα βγαίνουν οι σκασμένοι, όσοι έχουν να μοιραστούν τους εαυτούς τους, τις υπόλοιπες μέρες βγαίνουν οι συνειδητοποιημένοι ξενύχτηδες. Η νύχτα μένει στα σκοτεινά τα σπίτια, με κρασί και τσιγάρα και κόσμο να πάει και να' ρχεται κάτω απ' το μπαλκόνι. Σε κλειστά δωμάτια με σβηστά τα φώτα και δυνατή μουσική. Με σωρούς χαρτιά από υποχρεώσεις που δεν πρόλαβαν την προθεσμία. Με πλυντήρια να δουλεύουν στις 4 το χάραμα και τηλεμάρκετινγκ για να σε πάρει ο ύπνος.
Όσο και να πεις, αργεί να 'ρθει ο ύπνος.



Αφιερωμένο στο μεγάλο δάσκαλο - να' ναι καλά όπου τα πίνει - , στη chaos (thanks για τη φόρα), στις τρεις αρχαιολόγους με τις απορίες τους και στον τάκη σπυριδάκη (έτσι επειδή).








Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008


Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

Ένα κρυμμένο μυστικό κρύβει πάντα ακόμα ένα

Σ' αυτή την πόλη όλα ξεκινούν και τελειώνουν στη θάλασσα. Μαζί κι ο χρόνος. Κι έτσι όλα κάνουν τεράστιους και μπερδεμένους κύκλους πάνω από το λιμάνι. Μαζί κι η Ιστορία. Κι όμως, από τις εποχές που πέρασαν αυτά που απόμειναν είναι θραύσματα του χρόνου, λέξεις γραμμένες σε τοίχους, στιγμές και κτίρια μισογκρεμισμένα.
Τα περισσότερα από αυτά τα κτίσματα βρίσκονται στην παλιά φράγκικη γειτονιά. Μένουν σιωπηλά, μάρτυρες εποχών που δε ζήσαμε, σ' ένα σκηνικό συνυφασμένο με τη νύχτα. Θυμίζουν αυτές τις παρηκμασμένες αριστοκράτισσες με ολίγη δόση έπαρσης, επιμονή στο αχρείαστο και βάρος απ' τις ιστορίες που κουβαλάνε χρόνια. Κάποια απ' αυτά αναστηλώθηκαν φτηνιάρικα και πρόχειρα για να στεγάσουν τις νύχτες μας. Κάποια παρέμειναν ως είχαν φιλοξενώντας τους θορύβους, τις μουσικές και τους καπνούς μας. Υπάρχουν κι εκείνα που παρέμειναν επτασφράγιστα μυστικά για τους πολλούς, άδεια από ζωή, γεμάτα από μνήμες. Κι όπως κάθε καλά κρυμμένο μυστικό, όταν αποκαλύπτονται γίνονται έρμαια του πλήθους ενώ κάποιοι απ' το πλήθος γίνονται δέσμιοι τους.
Το Μπενσουσάν Χαν στην Εδέσσης μοιάζει κομμάτι της Ιστορίας που όμως πάντα έκανε καλύτερη παρέα με το Μύθο. Ένα χάνι 200 σχεδόν ετών που άλλαζε ιδιοκτήτες με την ίδια περίπου συχνότητα με αυτή που η πόλη άλλαζε νοικάρηδες. Με τα ασπρόμαυρα πατώματα που θυμίζουν δωμάτια των διατηρητέων στη βασ. Όλγας, με ίχνη από τα ξεχαρβαλωμένα υδραυλικά στους σκασμένους τοίχους, με το θρυμματισμένο θόλο της εισόδου, με τη σιωπή και την αναμονή που συνοδεύει τέτοιους χώρους. Στοιχειωμένο σπίτι. Χώρος αυτοαναφορικός, με χρονικά χάσματα, με χωρικές εντάσεις.
Σ' αυτό το χάνι, το γεμάτο θραύσματα των εποχών αναβιώνουν για τις μέρες του Φεστιβάλ Κινηματογράφου οι Ευτυχισμένες Μέρες , θραύσματα κι αυτές άλλων εποχών κι άλλων περιοχών. Στιγμές της καθημερινότητας των ανθρώπων της Μέσης Ανατολής, κομμάτια από προσωπικές, μικρές ιστορίες, σκέψεις και ζωγραφιές που προκύπτουν κάτω από τους ήχους των βομβαρδισμών του Λιβάνου, αναμνήσεις από την εποχή που το Ιράκ ήταν μια πατρίδα για τους ανθρώπου του, σκηνές από τους δρόμους της Τεχεράνης κι άλλα πολλά θραύσματα εποχών και τόπων που όμως δέσανε τόσο μοναδικά με το χάνι, όπως το τσάι με το λουκουμάκι στο χαγιάτι του κτιρίου...
Άλλωστε, ίσως δεν είμαστε τόσο μακριά όσο νομίζουμε από κει...Παρότι στα μέρη τους ο χρόνος είναι το μεσοδιάστημα των πολέμων κι η ζωή μια λέξη με στιγμιαία σημασία.
Στο Μπενσουσάν το διαφορετικό είναι πως πρόκειται για μια από τις λίγες εκθέσεις που αφορούν την Ανατολή χωρίς να διυλίζεται από τη δυτική σκοπιά. Κι έτσι μοιάζει το κτίριο να φυλοξενεί μια τόσο οικεία, κομματιασμένη ιστορία. Σαν δυο κόσμοι που επιτέλους συναντιούνται μετά από χρόνια...
ΥΓ: Τρίτη στις 2 το μεσημέρι τα εγκαίνια αλλά προτείνεται οπωσδήποτε και νυχτερινή βόλτα.

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Υπάρχουν κάτι μικρές συσκευές πανικού. Αλήθεια!

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ, ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ

Υπάρχουν κάτι μικρές συσκευές πανικού.
Μη πάει ο νους σας στα όπλα, στις τηλεοράσεις και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.
Αυτά αποτελούν τη βαριά βιομηχανία παραγωγής πανικού.
Μιλάμε για ένα όχι τόσο γνωστό παράρτημα αυτής, που παράγει μικρότερες, ατομικές συσκευές, μικρότερης εμβέλειας (εμβέλεια= ένα άτομο/προϊόν). Είναι φτιαγμένες με τεχνολογία και τεχνογνωσία σταθερή και αμετάβλητη εδώ και πολλά χρόνια και, το κυριότερο, διαρκούν ισόβια. Η κύρια ιδιαιτερότητα τους είναι πως λειτουργούν βασικά ως δέκτες μηνυμάτων πανικού στην κωδικοποιημένη γλώσσα του εργοστασίου, αλλά και άλλων μηνυμάτων πανικού στην κωδικοποιημένη γλώσσα του μυαλού του κάθε χρήστη. Η αποκωδικοποίηση αυτών των μηνυμάτων πανικού, φυσικά, είναι περιττή, αφού όσο πιο λογικά ακατανόητα είναι αυτά, τόσο πιο μεγάλος είναι ο πανικός που προκαλούν.

Οι συσκευές αυτές είναι κυρίως δακτυλιοειδείς (σε φάση διαστολής) και παίρνουν το σχήμα παξιμαδιού (= το θηλυκό εξάρτημα του μπουλονιού), κατά τη συστολική φάση. Η διάμετρος τους διαφέρει κατά περίπτωση και στη συστολική και στη διαστολική φάση.

Η χρήση τους είναι αυτοματοποιημένη. Η λειτουργία τους ξεκινά κατά την εγκατάσταση τους, αλλά γίνεται αντιληπτή από το χρήστη μόνο κατά τη συστολική φάση.

Οι συσκευές τοποθετούνται στη μία και μοναδική, ιδανική και απαράλλαχτη θέση που τους ανήκει δικαιωματικά μετά από χιλιετίες χρησικτησίας: ο αεραγωγός του ανθρώπινου σώματος (στο ύψος του λάρυγγα) του χρήστη. (Φυσικά, πιθανόν να υπάρχουν αντίστοιχες συσκευές και για ζώα αλλά αυτό ξεφεύγει από τα όρια αυτού του άρθρου). Οι ειδικοί του εργοστασίου κρατούν μυστική τη στιγμή της εγκατάστασης του δακτυλίου, καθώς επίσης και την μέθοδο που χρησιμοποιούν. Επίσης ο χρήστης δεν αναγνωρίζει ούτε θυμάται ακριβώς τη στιγμή της αγοραπωλησίας ούτε φυσικά και την εγκατάσταση της συσκευής.

Η επικρατέστερη θεωρία είναι αυτή της κατάποσης του δακτυλίου (και σ’αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε μια ψευδογλωσσολογική συσχέτιση με την φράση «έφαγα φρίκη», ή έστω κάποια πραγματολογικά στοιχεία, αλλά εμείς δεν είμαστε τέτοιοι τύποι) ο οποίος στη συνέχεια είτε κατευθύνεται απευθείας προς την περιοχή-στόχο (λάρυγγας), είτε μεταφέρεται στο γαστρεντερικό σύστημα, απ’ όπου, μετά από κατάλληλη επεξεργασία, απορροφάται και μεταφέρεται αιματογενώς στην περιοχή-στόχο. Και στις δύο περιπτώσεις ο μηχανισμός δεν είναι γνωστός αλλά πιθανόν να βασίζεται στη μεγαλύτερη συγγένεια που παρουσιάζουν τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένη η συσκευή με τις συνθήκες που επικρατούν στη συγκεκριμένη περιοχή. Αυτή η συγγένεια ίσως να μπορεί να εξηγήσει στο μέλλον και τον τρόπο που ο δακτύλιος (χωρίς να προκαλεί τραυματισμό, αλλά μονάχα μια παροδική δυσφορία στο χρήστη-φορέα, παρόμοια με το βασικό σύμπτωμα που προκαλεί η λειτουργία του δακτυλίου και πιθανόν να είναι το πρώτο σημάδι αυτής) εγκαθίσταται μόνιμα ανάμεσα στους μυς του λάρυγγα και είναι πλέον μη ανιχνεύσιμος.

Τα υλικά και το μέγεθος της συσκευής είναι άγνωστα. Σίγουρα μη ανιχνεύσιμα κατά τη διάρκεια της ζωής του χρήστη και φυσικά η εταιρεία δε πρόκειται να δώσει ποτέ τέτοιες πληροφορίες στο κοινό. Θα ήταν πολύ ριψοκίνδυνο σ’ αυτήν την ανταγωνιστική κοινωνία. Υπάρχουν φήμες ότι έχουν γίνει έρευνες σε πτώματα πρώην χρηστών άλλα με πενιχρά αποτελέσματα. Είναι πολύ εύκολο να θεωρήσουμε λοιπόν ότι αυτές οι συσκευές δεν υπάρχουν, αλλά. φυσικά, ποιος θέλει να ακολουθήσει τον εύκολο δρόμο; Υλικά που είναι ικανά, ουσιαστικά, να «σκέφτονται», σίγουρα μπορούν να κρυφτούν από τα μάτια ενός κοινού ιατροδικαστή.

Αυτή η θεωρία, παρόλα τα κενά της, έχει ένα πολύ δυνατό πλεονέκτημα σε σχέση με άλλες. Μπορεί να εξηγήσει τη μυστικότητα με την οποία συμβαίνει η εγκατάσταση, την απουσία ουλών και την άγνοια του χρήστη σχετικά με το συμβάν και την έναρξη της λειτουργίας της συσκευής, καθώς η εγκατάσταση θα μπορούσε να έχει γίνει σε πολύ μικρή ηλικία, τότε που βάζουμε ό, τι βρούμε στο στόμα μας (αν και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν υπάρχει ηλικιακό όριο γι’αυτό το χόμπυ), και, όπως προαναφέρθηκε, η συσκευή να πρωτογίνει αντιληπτή σε αρκετά μεγαλύτερη ηλικία, είτε κατά την πρώτη συστολή της είτε, όταν η πρώτη συστολή έχει γίνει σε μικρή ηλικία, ώστε να μην είναι αναγνωρίσιμη, σε μια επόμενη τυχαία συστολή, όταν το άτομο είναι σε ηλικία στην οποία καταλαβαίνει τι συμβαίνει στο σώμα του και συνδέει ψυχικές αντιδράσεις και συναισθήματα με σωματικά συμπτώματα.

Αυτό που δεν εξηγεί αυτή η θεωρία, αλλά για να είμαστε δίκαιοι, ούτε και καμία άλλη, είναι τα σχετικά με την αγοραπωλησία. Η εταιρία που παράγει αυτές τις συσκευές, στην οποία ανήκει και το μονοπώλιο της βαριάς βιομηχανίας πανικού, είναι μια κερδοσκοπική εταιρία. Όποτε σε κάποιο σημείο που αγνοούμε όλοι θα πρέπει να έχει υπάρξει μια αγοραπωλησία. Και για να υπάρξει αγοραπωλησία, θα πρέπει να έχει προϋπάρξει, εκτός από την προσφορά του προϊόντος, ζήτηση αυτού. Και για να υπάρξει ζήτηση θα πρέπει αυτό το προϊόν να είναι είτε απολύτως απαραίτητο για τον άνθρωπο και για τον οργανισμό του, είτε να έχει προηγηθεί μια αψεγάδιαστη διαφημιστική καμπάνια, που να κατέστησε το προϊόν αυτό απαραίτητο για τον άνθρωπο ως κοινωνικό όν.
Επίσης, αν θελήσουμε να δεχτούμε αυτό που είναι προφανές για τους χρήστες των συσκευών πανικού, ότι δηλαδή οι συσκευές αυτές υπήρχαν από πάντα, γεννιέται ένα εύλογο και αιώνιο αναπάντητο ερώτημα τύπου: «Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα;», το οποίο δε θα καταλήξει πουθενά όσο και να αναλυθεί. Εκτός από το τηγάνι.


Synexizetai? Χόουπφουλλυ!! (Τι κάνεις βρε ψυχή... μουτς!)

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

ΑΝΕΠΙΣΤΡΕΠΤΙ 1

ΑΝΕΠΙΣΤΡΕΠΤΙ 1


Απ' τη Γιαννούλα ως το Φαργκάνη δύο τσιγάρα δρόμος τη νύχτα,
κάτω απ' τα κάστρα το βλέμμα μας φτάνει ως των ψαράδων της Περαίας τα δίχτυα.
Είν' ένα σπίτι πάνω απ' το Βακούρα που 'χει παράθυρα αντί για πόρτες
κι είναι μια γάτα ασχημούρα μέσα στην Πρίγκηπο που κόβει βόλτες.
Του μεθυσμένου καφέ στο τραπέζι, βράδυ Υψικάμινο και Κουρδιστό
τις κυριακές μια παρέα να παίζει τρίβιαλ, πόρτες, χοτέλ, πλακωτό.
Τρεις προβολές σινεμά και κουβέντες που 'βγαζαν νόημα μόνο για μας
πλέκαμε μανταρίνια και φέτες, κι ήμασταν δάκτυλοι της Χαμάς.
Σαν πολιτεία αιωρούμενη μοιάζει όταν θολώνει η ομίχλη τα τζάμια...
κάπου στο Θερμαικό θα φωλιάζει ένα χταπόδι με τεράστια πλοκάμια,
μάλλον αυτό που βουλιάζει τα πλοία και δε μας παίρνουν για' κει που μπαρκάρουν
κι έτσι ξεμείναμε πάνω στη Σβώλου που όλοι οι μαλάκες διπλοπαρκάρουν...
Ο μόνος που μένει να ορίζει την πόλη είναι ο Νιόνιος που όλο βολτάρει στην παραλία
χαζομερούσαμε κι εμείς εκεί πέρα μα κάποιος άνεμος μας άλλαξε πορεία.


ΥΓ: chaos, σε ευχαριστώ για την έμπνευση σ' αυτή την αναδρομή. Πάντα κι εσύ κι εγώ συγκρατούσαμε άχρηστες πληροφορίες που όμως τελικά χρησίμευσαν γι' αυτό το αριστούργημα της λογοτεχνίας...Που πήγαν αυτές οι εποχές...Απαιτώ επιστροφή.


Χαιρετώ,
εσωτερική μετανάστης και απ' αλλού φερμένη agiogditissa

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

Heartattack and Vine

Σαν πολύς καιρός να πέρασε από την τελευταία φορά. Ζητώ συγνώμη από τα σύμ-πουλα μου για μία ακόμη φορά, για την κατάχρηση των αυτιών τους, αλλά έτσι είναι τα κολλήματα. Κι επίσης έχω άμεση ανάγκη μια λασπωμένη ασπιρίνη (ή ό,τι άλλο...)! Σερβιρισμένη με στυλ, φυσικά!






Liar liar with your pants on fire
White spades hangin' on the telephone wire
Gamblers reevaluate along the dotted line
You'll never recognize yourself on heartattack and vine

Doctor, lawyer, beggar man thief
Philly Joe remarkable looks on in disbelief
If you want a taste of madness, you'll have to wait in line
You'll probably see someone you know on heartattack and vine

Boney's high on china white, Shorty found a punk
Don't you know there ain't no devil, there's just God when he's drunk
Well this stuff will probably kill you, let's do another line
What you say you meet me down on heartattack and vine

See that little Jersey girl in the see-through top
With the peddle pushers sucking on a soda pop
Well I bet she's still a virgin but it's only twenty-five 'til nine
You can see a million of 'em on heartattack and vine

Better off in Iowa against your scrambled eggs
Than crawling down Cahuenga on a broken pair of legs
You'll find your ignorance is blissful every goddamn time
Your're waitin' for the RTD on heartattack and vine

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

Ένα πουλόβερ κάνει βόλτες στα βουνά

Τα τρία πουλάκια σκέφτηκαν ξαφνικά κι απρόσμενα ότι ξέμειναν από δουλειές και πως θα ήταν ενδιαφέρον να ξεκινούσαν το πλέξιμο. Έτσι μου ζήτησαν να γίνω το πουλόβερ τους. Φυσικά και με βολεύει αυτό: δεν μπαίνω στο πρόγραμμα για τα ευαίσθητα, ούτε και απαιτώ πλύσιμο στη σκάφη. Για να καθαρίσω από πάνω μου τη σκόνη της μέρας, της νύχτας, των εποχών που πέρασαν κι αυτών που θα ρθουν να με λερώσουν, πρέπει απλώς να βουλιάξω και να θαλασσωθώ στον ορισμένο χώρο που μου χάρισε ο κόσμος, το μικροσύμπαν μου. Και το κυριότερο, μπορώ να μπαινοβγαίνω εδώ μέσα με την ίδια ευκολία που συμβαίνει στη ζωή μου…
Κι άρπαξα την ευκαιρία γιατί δε μου κοστίζει τίποτα. Γιατί αυτή την εποχή είμαι εκτός και με παρακολουθώ, να δω μέχρι που θα φτάσω κι αν ξαναβρώ το δρόμο – όχι για το σπίτι (αυτόν προσπαθώ να αποφύγω…) – αλλά για το χάος. Το ‘χω ψιλιαστεί χρόνια τώρα ότι είναι ο μόνος δρόμος που περπατιέται χωρίς να γίνει ποτέ βαρετός…Εκείνος ο δρόμος που οδηγεί στο παράξενο τοπίο της ύπαρξης όπου ξεκινάς με βήμα άφοβο και θορυβώδες μέχρι που συναντάς ένα ψηλό βουνό κι αρχίζεις να μελετάς την ανάβαση ενώ ταυτόχρονα πλησιάζεις περπατώντας (υπάρχουν κι εκείνοι που προβληματίζονται από το θεόρατο ύψος αλλά δεν το κουνάνε ρούπι, είναι όμως από άλλη ιστορία αυτοί…). Κι αφού είσαι αμετάπιστη και μπουμπουνοκέφαλη φύση, κάποια στιγμή φτάνεις στην κορφή. Αλλά ανακαλύπτεις ότι ακολουθεί ένα ακόμα ψηλότερο βουνό που όμως όταν ήσουν στην αρχή δε φαινόταν καθόλου. Κι έτσι πάει μέχρι το τέλος, μέχρι που φτάνεις – υποψιάζομαι – σε ένα λευκό τοίχο που θυμίζει ψυχιατρείο και που τον χτυπάς με το κεφάλι σου, που σπάει σε χιλιάδες κομμάτια, κι αυτά θρυμματίζονται και διασκορπίζονται στα χαμένα μέχρι που το τελευταίο ζωντανό σου κύτταρο ανακαλύπτει την τεράστια πόρτα δίπλα από το σημείο με τα ίχνη της πάλης σου με τον τοίχο (γιατί φυσικά, ούτε ρωγμή δεν προκάλεσες…). Γιατί τόσα βουνά να πρέπει να τα διασχίσεις…Και να φανταστεί κανείς ότι είμαι θαλασσινός τύπος…
Κι αναρωτιέμαι, αυτοί που φαίνονται ή είναι τόσο σίγουροι για το δρόμο τους είναι γιατί βρίσκουν την πόρτα ή γιατί κλείνουν τα μάτια στους παράδρομους…

agiogditissa

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Πράξη επαναφοράς στη πραγματικότητα #1

Σπάσιμο νεύρων : Όταν τα λόγια μου ακούγονται σαν παράσιτα των σκέψεων μου και μένουν στο κεφάλι μου ως παράσιτα των σκέψεων μου, τις αδυνατίζουν και τις αρρωσταίνουν μέχρι να τις φέρουν στα μέτρα τους, ώσπου να μείνει μόνο ένα δέρμα σκέψης να τα καλύπτει, ίσα ίσα για να δικαιολογούν το χαρακτηρισμό τους ώς παράσιτα....

Ανάληψη δράσης (λέμε τώρα): ...τότε σταματάω να μιλάω, κάνω ένα διάλειμμα σιωπής και αναρωτιέμαι αν θα μάθω να μιλάω επιτέλους και πότε.


Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

Δεν ήταν τέτοιος τύπος

Πήγε λοιπόν σε παπά και ο παπάς του είπε: «Έχεις το διάβολο μέσα σου.»


«Αλήθεια; Μήπως κάνετε λάθος πάτερ; Δεν είμαι εγώ τέτοιος τύπος.»


«ΑΨΗΦΑΣ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ;;;;», απάντησε εκείνος και το πρόσωπό του φωτίστηκε σε ψυχρές αποχρώσεις του μπλε από μια αστραπή, έτσι όπως είχε σταθεί όρθιος πάνω από το κεφάλι του και αμέσως μετά ακούστηκε η υπόκωφη βροντή. Ούτε που κατάλαβε πότε το έβαλε στα πόδια και βρέθηκε έξω από την εκκλησία. Όπου ο ήλιος έλαμπε και δεν υπήρχε ίχνος επερχόμενης καταιγίδας.

«Τι σου κάνουν τα μεγάλα μέσα», σκέφτηκε.


Στο δρόμο δεν είχε κόσμο.

Ήταν μόνο μια γιαγιά που προσπαθούσε να περάσει το δρόμο. Πήγε διακριτικά δίπλα της και τη ρώτησε κι αυτή την ίδια ερώτηση που είχε ρωτήσει τον παπά.

Η γιαγιά αναπήδησε πάνω στο πι της και αυτό προκάλεσε μια μετατόπιση των οστεοφύτων της και της κόστισε μια έξαρση των αρθριτικών της στα γόνατα και τους αστραγάλους τις ημέρες που ακολούθησαν. Όταν συνήλθε και αφού αναγκάστηκε να της επαναλάβει την ερώτηση, πήρε την εξής απάντηση:

«Τι λες παιδάκι μου; Πού να ξέρω γω γριά γυναίκα; Δοκίμασες να κάνεις καμιά εντριβή με οινόπνευμα;»

«Μπα. Λέτε να βοηθήσει;»

«Ξέρω κι εγώ πουλάκι μου. Μη με σκοτίζεις πιότερο. Έλα, βοήθα με να περάσω το δρόμο».

«Α, μη το συζητάτε. Δεν είμαι εγώ τέτοιος τύπος.»


Κι έφυγε με τα χέρια στις τσέπες, ενώ η γριά με υπεράνθρωπη προσπάθεια είχε σηκώσει το πι στα χέρια και τον καταριόταν. Δεν ήταν κανένας ηλίθιος, ούτε κανένας αναίσθητος. Είχε δει τα ροδάκια στο πι και τα ελατήρια στα σταράκια της.


Λίγο πιο κάτω στο δρόμο βρήκε την ιεραπόστολο κατά της ανεπιθύμητης τριχοφυΐας, που αποτρίχωνε νεαρές (τριχωτές) ανυποψίαστες περαστικές με δύο εντυπωσιακά γυρίσματα του σπαθιού της που πρώτα βουτούσε σε μια λεκάνη με καυτό κερί και εναπόθετε την επίτευξη της επίγειας αποστολής της (εναντίον της υπονόμευσης της τελειότητας του σύμπαντος) στο Υπέρτατο Ον με ακούσιες ταπεινές παρακλήσεις χωρίς σταματημό, ενώ το τρανζιστοράκι της έπαιζε τις τελευταίες επιτυχίες του σταθμού «Λυδία η Φιλιππησία».

Δεν έκανε τον κόπο να την ρωτήσει. Κι εξάλλου … κρατούσε σπαθί.


«Πού πας; Δε θες να με ρωτήσεις τίποτα;» Φώναξε αυτή.

«Ξέρετε …» έσκυψε για να αποφύγει το σπαθί της που «λύτρωνε» εκείνη τη στιγμή δύο μουσάτες δεσποινίδες, «…δεν είμαι εγώ τέτοιος τύπος.»


«Πού ήξερε αυτή ότι ήθελα να ρωτήσω κάτι;» , σκέφτηκε καθώς προσπαθούσε να φύγει όσο πιο μακριά γινόταν. Είχε αρχίσει να χάνει τα μαλλιά του και δεν μπορούσε να αντέξει τέτοια ανούσια σπατάλη τρίχας.


Περνώντας μπροστά από ένα παραδοσιακό κουρείο, κοιτάχτηκε στον διαφημιστικό καθρέφτη της βιτρίνας με την επιγραφή «Χρειάζεστε ξύρισμα;» και η πρότερη απορία του λύθηκε. Όχι, δε χρειαζόταν ξύρισμα, κι ούτε ήταν αυτή δική του απορία. Ήξερε πώς η ταπεινή αμαζόνα μάντεψε το ερωτηματικό του. Και δε χρειαζόταν μάλλον καθόλου να μαντέψει καθώς στο… τεράστιο μέτωπο του είχε σχηματιστεί ένα τεράστιο ερωτηματικό χρώματος μωβ. Πότε απέκτησε αυτό το γελοίο σημάδι;


Προσπάθησε να το τρίψει, αλλά το χρώμα ήταν πολύ πηχτό και το μόνο που κατάφερνε ήταν να μουτζουρωθεί. Έσκυψε στη σχάρα που έβγαζε τους ατμούς από το διπλανό καθαριστήριο και έβαλε το μέτωπο του εκεί. Σιγά σιγά μούλιασε, το χρώμα υγροποιήθηκε και άρχισε να τρέχει ανάμεσα στα μάτια του. Σκουπίστηκε στη μπλούζα του. Και ήταν σαν καινούριος. Και το δέρμα του, σα μωρού.


Υπέθεσε ότι η παράξενη ρομφαιοφόρος είχε κάποια σχέση μ’ αυτό το δυσάρεστο περιστατικό, μια φάρσα αποκάλυψης, ένα τρικ στην υπηρεσία του Σκοπού, αλλά, μά τις λιγοστές τρίχες στο, εκτεθειμένο στο κρύο, κεφάλι του! Δεν επρόκειτο να ρισκάρει το ισχνό του σκέπασμα για να ζητήσει εξηγήσεις.


Αντιθέτως, αυτή η φωνή που άκουγε τώρα μέσα από τη σχάρα του καθαριστηρίου, δεν μπορούσε προφανώς να τον βλάψει. Ξαναέσκυψε και προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της. Κάποια στιγμή η φωνή ανταποκρίθηκε. Kαι έτσι της έκανε την ερώτηση. Ο σωλήνας έφερε την ερώτηση στα αυτιά της φωνής, με την απαραίτητη παραμόρφωση και μυστηριακή μεταμόρφωση της προέλευσης της, με αποτέλεσμα η ίδια η ανοησία της ερώτησης να την ανάγει σε υπερφυσική πρόκληση.


Η φωνή κόμπλαρε. Δίσταζε. Με δάκρυα να αλατίζουν τα ήδη υγρά, λόγω των ατμών, κύματα της, η φωνή δεν απάντησε, αλλά ρώτησε «Ποιος είναι;» και μετά ξαναρώτησε «Πού με ξέρεις;» και, τελικά, σώπασε για λίγο και δήλωσε ψιθυριστά: «Μπορείς να έρθεις μέσα, αν θέλεις.»


Δεν ήθελε. Δεν ήταν τέτοιος τύπος. Της εισόδου. Ήταν της εξόδου, πολυέξοδος, αδιέξοδος και διεξοδικός. Κι έτσι χαιρέτησε και έφυγε κι από κει.


Η απογοήτευση τον είχε ζώσει… … αλλά αρνούνταν να το παραδεχτεί. Ήθελε να παραμείνει αισιόδοξος (κι ας μην έχει συνθετικό την έξοδο, δεν παύει να μοιάζει σα να έχει συνθετικό την έξοδο). Όμως δεν το κατάφερνε και πολύ καλά.


Προσπάθησε να χαρεί τη ζωή, να βρει όμορφα πράγματα γύρω του να θαυμάσει.

Κάποια στιγμή σήκωσε τα μάτια του προς τον ουρανό, αλλά στην πορεία το βλέμμα του κοντοστάθηκε πάνω σε μια στέγη όπου ένας ασπρομούρης πίθηκος και ένα μαύρο γεράκι στέκονταν πάνω στα κεραμιδί κεραμίδια. Του φάνηκε πως ο πίθηκος του έγνεψε κι έτσι πήρε το θάρρος να σκαρφαλώσει από το λούκι ως τη στέγη και να συστηθεί στην αλλόκοτη παρέα. Άνετα και ελεύθερα άγχους, ως άγρια ζώα, του ενέπνευσαν εμπιστοσύνη. Και η απογοήτευση έκανε φτερά.


Ο ασπρομούρης πίθηκος ήταν πολύ φιλικός, αλλά και απόμακρος σαν έμπειρος ναυτικός και το μαύρο γεράκι ήταν βλοσυρό και λιγομίλητο, αλλά μπορούσες να διακρίνεις στην αντανάκλαση του ματιού του το ενδιαφέρον του για τη συζήτηση. Άλλα πάνω απ’ όλα οι δύο αυτοί φίλοι ταίριαζαν τόσο μ’ αυτή την κατά τ’ άλλα συνηθισμένη σκεπή σαν να ήταν εκεί από πάντα, σαν αναπάντεχα gargoyles.

Σύντομα τους εξέθεσε τον προβληματισμό του.


Δεν εντυπωσιάστηκαν. Ούτε τα έχασαν. Για ποιο λόγο άλλωστε; Μόνο σκέφτηκαν για λίγο.


Περίμενε το απαύγασμα της σοφίας τους, που υπέθετε πως ήταν απαραίτητο προσόν ενός πιθήκου και ενός γερακιού που βρίσκονται καθισμένοι σε μία στέγη. «Αν αυτοί δεν μπορούν να μου λύσουν την απορία, κανένας δε μπορεί.», σκέφτηκε, κανείς δεν ξέρει γιατί, και νοερά μασουλούσε τα νύχια του και χτυπούσε ανυπόμονα το πόδι του και έκανε βόλτες πάνω κάτω σε ένα λευκό, λουσμένο στο φως διάδρομο. Κι όπως ήταν έτοιμος, νοερά πάντα, να κάνει (έναν νοερό) εμετό από την αγωνία, είδε τον πίθηκο να ανακάθεται και το γεράκι να ανασκουμπώνεται. Αναστέναξε κι αυτός.


Και ο πίθηκος είπε: «Αν περιμένεις από μένα κάποιο ηθικό δίδαγμα είσαι πολύ γελασμένος». Πήγε να πει ότι αυτός δεν είναι τέτοιος τύπος και σε ουδεμία περίπτωση δε θα ενέπλεκε την ηθική στις κουβέντες του, όταν το γεράκι τον διέκοψε λέγοντας: «Γιατί έτσι.»


Δεν το κατάλαβε πότε βρέθηκε κάτω στη γη και πάλι. Κοίταξε ψηλά να δει τους φίλους του, αλλά δεν κατάφερνε να δει πολλά πράγματα. Γενικότερα. Μέσα στο μυαλό του κυριαρχούσε ένα άσπρο φως που έσβηνε όλα όσα βρίσκονταν εκεί μέσα αλλά και έξω. Εκτός από την τελευταία αυτή φράση που άκουσε.

Ώστε αυτή ήταν η απάντηση που γύρευε;


Προφανώς! Αισθάνθηκε το σώμα του να γεμίζει με αέρα αρωματισμένο με μέντα. Ήταν ανάλαφρος και με οξυμένες τις αισθήσεις. Αίμα συνέρρεε σε κάθε έναν αισθητικό του κάλυκα και ένιωθε πια ότι ένιωθε τα πάντα. Και τα κατανοούσε πια. Η έκσταση κάλυψε κάθε εκατοστό του κορμιού του και είχε συναίσθηση για ό, τι γινόταν μέσα του, σε κάθε κύτταρο του.


Γιατί έτσι. Περπατούσε και γελούσε δυνατά. Έτρεχε σχεδόν. Έτσι είναι. Αυτό ήταν. Χα!


...




Δεν πέρασε πολύ ώρα. Σταμάτησε στη μέση του δρόμου και προσπάθησε να μειώσει τον καταρράκτη των ερεθισμάτων που έφταναν στον εγκέφαλό του. Έψαχνε κάτι μέσα στο σωρό των συνδέσεων που μπλέκονταν μεταξύ τους. Μετά από κάμποση ώρα, αφού είχε ολόκληρος μουδιάσει, κατάφερε επιτέλους να χτενίσει αυτές τις αναθεματισμένες συνδέσεις και να φτάσει στους κόμπους των σκέψεων του.


Πουθενά! Όπου κι αν έψαξε, δεν τη βρήκε πουθενά. Πανικοβλήθηκε. Κοίταξε γύρω του. Κανείς. Και ο δρόμος άγνωστος. Ξένα γράμματα στους τοίχους.


Πού ήταν πριν και πού είναι τώρα; Ίσως αν ξανάβρισκε αυτούς που είχε συναντήσει… πού όμως; Άρχισε να περπατάει πίσω στο δρόμο που νόμιζε ότι θυμόταν ότι είχε πάρει για να φτάσει εκεί. Μήπως βρει κάποιον από αυτούς που είχε βρει πριν ή, έστω, κάποιον, οποιονδήποτε… να ακολουθήσει την αντίστροφη πορεία… σε κάποιον να απαντήσει… μπας και…


Η απογοήτευση ήρθε ξανά κι αυτή τη φορά έμεινε.

Ήξερε πολύ καλά, πως η ερώτηση είχε χαθεί για πάντα.

Και η απάντηση, λόγω της ζωώδους της προέλευσης, επιτακτικά ερεθισμένη, ζητούσε εκ νέου ζευγάρωμα.

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

Στα κακά καθούμενα

Μέσα σε μια στιγμή ακούστηκε ένα ''χρατς'' και χάθηκαν όλα.Αστραπιαία αποκόπηκε το παρόν από το παρελθόν.Όχι ότι έδωσε σημασία.Η αλήθεια είναι οτί μπορεί και μην το κατάλαβε.Πώς είναι δυνατόν το άγνωστο να'γινε γνωστό μέσα σε μια στιγμή;Και το γνωστό να το ρούφηξε η δίνη του χρόνου;Κοινότυπο,αλλά έτσι ήταν.Πώς γίνεται να αισθάνεται ταυτόχρονα και μαζί και μόνος;
Δυο σκιές μόνες περιφέρονται σε φιδωτές πορείες που μοιάζουν τροχιές,αλλά δεν είναι.Σαν να μην ψάχνουν τρόπο για να συμπέσουν.Και το τοπίο είναι εντελώς θολό.
Απολύτως πεπεισμένες ότι δε θα λουστούν στο φως,δέχονται την μοίρα σαν νομοτέλεια.Θα χαθούν στην ομίχλη,όπως εκείνο το βράδυ,μόνο που δε θ'ακουστεί ούτε φωνή.



Όλα αυτά είναι χαζά,αλλά αυτά παθαίνει κανείς,όταν δεν τον αφήνουν να κατέβει με τις φόρμες σαββατιάτικα βόλτα στην παραλία.Αυτά τα αναπάντεχα συναπαντήματα έχουν καταντήσει πια αηδία σ'αυτήν την πόλη.Ουφ!!!!

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

Στο κλιμακοστάσιο της μεταμόρφωσης













Σηκώθηκε κι άφησε την παρέα στο σαλόνι προσπαθώντας να τραβήξει τη λιγότερο δυνατή προσοχή.
Πάλευε ήδη δέκα λεπτά να βρει πως είναι το προσωπείο "ολαειναικαλα" για να φορέσει και..
παίρνοντας τη στροφή για να ανέβει το κλιμακοστάσιο ήρθε σε μετωπική με
τη Θλίψη Όλουτουκοσμου.

Η τελευταία κόλλησε πάνω της και πέρασε έρποντας όλο της το κορμί, αποφασίζοντας να εγκατασταθεί επάνω στο κεφάλι της.
Ένα μαύρο κουβάρι με χίλια πλοκάμια που ανέμιζαν σαν εκείνα της ξακουστής Μέδουσας.

Σκαλί στο σκαλί κοντοστεκόταν γιατί κι άλλο ένα δάκρυ ερχόταν και φώλιαζε στα μαλλιά της.. κι άλλη μια κραυγή στρωνόταν φαρδιά πλατιά πάνω της.
Εικόνες χιλιάδες περνούσαν μπροστά από τα μάτια της, εικόνες του κόσμου, όλος ο κόσμος.

Κι ύστερα τα μάτια της έγιναν μπλε.
Πρώτα οι κόρες..κι έπειτα το μπλε άρχιζε να ξεχειλίζει σαν τα μαύρα πλοκάμια της περικεφαλαίας της κι έβαψε και το άσπρο των ματιών της.
Δεν έσταζαν πλεόν, παρά απορροφούσαν..όλη την υγρασία που εκλύοταν στην ατμόσφαιρα από τα θλιμμένα μάτια αυτής της πολύμορφης πλάσης.

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

Δε συνέβη τίποτα...

Πολύ ησυχία έπεσε ξαφνικά! Κι επειδή βαρέθηκα να βλέπω το προηγούμενο ηλίθιο πόστ, ας βάλω κανα (πολύ ωραίο) τραγουδάκι να βρίσκεται! Από ένα αγαπημένο μου συγκρότημα για τα σύμ-πουλά μου και όποιον του αρέσει!


We look younger than we feel
and older than we are
now nobody's funny
no god, they took our fashion week
that's a real bad thing
cause we have scars to cover

now I forget how to think
so crack my skull
rearrange me

lover put me in your beautiful bed
and cover me
lover put me in your beautiful bed

Nothing made a sound in Williamstown that night
and all the air was empty
then what to my wondering eyes should appear
nothing, cause nothing ever happens here

now I forget how to think
so crack my skull
rearrange me

lover put me in your beautiful bed
and cover me
lover put me in your beautiful bed

nothing ever happened here
nothing ever happened here
bad things never happen to the beautiful

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Tην επόμενη φορά θα ζητήσω φίλτρου...


- Γεια σας.

- Τι θα θέλατε;

- Έναν γαλλικό.

- Ένα γλυκό;

- Έναν γαλλικό!


- Ένα γλυκό ΤΙ;


-
Γαλλικό, Γ-Α-Λ-Λ-Ι-Κ-Ο
!!!

- Αααα, έναν γαλλικό!!!


- Ναι! Χα Χα! (ξινά και ευγενικά συνάμα)

(Φσιιιουουουου, γρου γρου <-- ήχοι μηχανής καφέ)

- … Τι έχω πάθει σήμερα; Γεράματα… Γλυκό;

- ΓΑΛ-ΛΙ εεεεεεεεε, όχι, σκέτο!



Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008

TO BLOOD

Κι άλλη μία ανάρτηση-ηθική συμπαράσταση-απόπειρα μαντείας για τις προσεχείς εξετάσεις.10+1 sos...Blood take a look...

1. disko-κήλη προερχόμενη από τα βάρη της ζωής που ήταν ασήκωτα...

2.σπάσιμο αυχένα προεχόμενο απο οσφυοκαμψία και υπερμεγέθη μαλακία(με το μπαρδόν κιόλας)

3.κάκωση μηνίσκου προκληθείσα από περίτεχνο τσαλίμι σε παραδοσιακό χορό

4.κάκωση έσω(μην πω και έξω χιαστού) από άγαρμπη πτώση κατά τη διάρκεια αγώνα χόκεϊ επι χόρτου

5.διάλυση επιγονατίδας από ευστοχη και συνάμα οργισμένη κλωτσιά πρώην αγαπητικιάς

6.σκολίωση(ή αλλιώς ή στραβός ειν'ο γυαλός ή στραβά αρμενίζουμε) από τσαχπίνικο κούνημα χρόνων

7.κάταγμα κάτω σιαγόνας από λαίμαργη κατανάλωση αποτυχημένης και χρονίως αφημένης στο ψυγείο σπανακόπιτας

8.κάταγμα μύτης από δεινό μποξερ σε συμπλοκή έξω από κακόφημο νυχτερινό κέντρο

9.συντριβή κρανίου από ιπτάμενη ντισκομπάλα

10.ολική διάλυση κοκκάλων απο ανεξέλεγκτο οδοστρωτήρα

11."τυχερό" σπάσιμο κοκκαλακίου μικρού δαχτυλακίου ποδιού από τη διέλευση τανκ κατά τη διάρκεια πραξικοπήματος


'Εχω κι άλλα,αλλά σταματάω.Δεν είμαι κάλα.Φαίνεται.Το ξέρω.



To neraidoskonismenh...

Μια ανάρτηση αφιερωμένη στη "σκονισμένη"...Ξέρει αυτή...Λοιπόν καλή μου φίλη μετά και τις τελευταίες εξελίξεις δυο πραγματάκια σταράτα κι όμορφα θα σου πω κι όποιος κατάλαβε,κατάλαβε...Που κανείς δε θα καταλάβει,αλλά δεν πειράζει...

1. Άλλος για το παγκάκι μας...Το κατάστημα διαθέτει ΕΨΕΣ με τα κασόνια,φεγγαράκι,πατινάκι και λοιπές αηδίες.Αν ακούσω ξανά για παγκάκια και τα συναφή,θα γενεί της Πόπης...

2.Όλοι πίνουν κόκα και σε μας δε δίνει κανείς...Αυτό έχω να καταγγέιλω.Τα'χε πει χρόνια πριν η αοιδώς.Δεν την ακούσαμε.Να τα αποτελέσματα του σνομπισμού των λαϊκοποπ ασμάτων...

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

Ασφαλές Ξύρισμα

Σήμερα είδε τον εαυτό του στο καθρέφτη. Τα κατάφερε. Για ένα λεπτό περίπου.
Είχε κατεβάσει κάτι εμετοστόπ πιο πριν και βοήθησαν… ήταν και η λεκάνη δίπλα, ένιωθε μια ασφάλεια. Επίσης, είχε αϋπνίες το τελευταίο καιρό, ήξερε πως δε θα έχει εφιάλτες.
Έτσι είπε να το κάνει… και το έκανε.

Τα κατάφερε. Για ένα λεπτό περίπου.

Τα νύχια του μπήχτηκαν στο νιπτήρα (Αυτή η πρόταση θα ήταν αληθινή αν δεν έκοβε τα νύχια του σύριζα και αν ο νιπτήρας ήταν από αφρολέξ) για να μην μπηχτούν πουθενά αλλού. Στην καλοπροαίρετη κοιμισμένη φάτσα του, φερ’ ειπείν!

Δεν ήταν πρόσωπο αυτό, ήταν παρωδία. Απορούσε γιατί να φέρεται έτσι. Κακόβουλα. Οποιαδήποτε έκφραση κι αν προσπαθούσε, έβγαινε λάθος. Το ήξερε καλά εδώ και χρόνια, γι’ αυτό και απέφευγε την εικόνα του. Τι πήγαινε τόσο στραβά στη διαδρομή από τον εγκέφαλο στο πρόσωπό του; Εκεί ήταν όλα ξεκάθαρα για το πώς πρέπει να φαίνεται. Κι ενώ είχε αυτή την λογική εικόνα για τον εαυτό του, γνώριζε πολύ καλά τον παραλογισμό που λάμβανε χώρα τριγύρω από τα μάτια του, κάτω από την μύτη του, πάνω στην αναθεματισμένη τη φάτσα του.

Δεν είχε τίποτα μαζί της κατά τ’ άλλα. Θα μπορούσαν να τα πηγαίνουν πολύ καλά, αν δεν ήταν όλη την ώρα κολλημένη πάνω του, σαν ενοχλητική γκόμενα. Αν μπορούσε να την χαράξει γύρω γύρω, να την ξεκολλάει και να την αφήνει σπίτι πριν να βγει από την πόρτα.

Θα έβγαινε έξω με το πρόσωπο του γυμνό από δέρμα και έκφραση. Με τους μύες και τους συνδέσμους του εκτεθειμένους. Να μην έχουν δέρμα να τραβήξουν κατά τη σύσπαση τους, να μη έχουν δέρμα να ρυτιδώσουν, να μη έχουν φρύδια να ανυψώσουν. Η έκφραση να χάνεται κάπου ανάμεσα στις ίνες τους. Δε θα χρειαζόταν να ξαναξυριστεί ποτέ, ούτε να ξανακουρευτεί. Κι εκτός αυτού…χα… επιτέλους δεν θα ήταν ο βαρετός τύπος που έβλεπε στο καθρέφτη… όταν είχε το κουράγιο.

Μπορεί να προκαλούσε τρόμο και φρίκη αλλά ποτέ πια δε θα προκαλούσε «συμπάθεια», και ποτέ πια κανείς δε θα τον θεωρούσε «γλυκούλη». Ω, όχι! Όχι πια γλυκανάλατα σχόλια. Όχι πια «δεν ξέρεις τι αξίζεις», «υποτιμάς τον εαυτό σου». Ναι, αυτό ήταν. Οι άνθρωποι θα τον φοβούνταν και θα τον σέβονταν από δω κι εμπρός. Και σιγά σιγά θα γινόταν η ψυχή της παρέας, ο πιο περιζήτητος στον κύκλο του, ο οποίος θα πενταπλασίαζε την ακτίνα του… το λουκ του θα γινόταν η νέα μόδα. Εκατοντάδες χιλιάδες πρόσωπα θα έμεναν γυμνά από το δέρμα τους. Θα έφτιαχναν αμπαζούρ μ’ αυτό .

Κι όταν όλοι θα είχαν ακολουθήσει το παράδειγμα του, αυτός θα ήταν ακόμη ο πρώτος. Και θα έγδερνε και το υπόλοιπο του σώμα κάθε σαιζόν και από λίγο. Κάθε σαιζόν λανσάροντας καινούρια τάση. Η ζωή θα ήταν γλυκιά και θα μπορούσε να βλέπει τον εαυτό του στο καθρέφτη όποτε γούσταρε, το κενό του ανέκφραστο πρόσωπο πάνω στο οποίο θα φορούσε την εικόνα του εαυτού του, αυτή που ζούσε μες στο μυαλό του. Θα έβλεπε την κοινωνία που δημιούργησε γύρω του, μπορεί να είχε και τη δική του γδαρμένη γυναίκα και το δικό του μεγάλο σκελετό αυτοκινήτου, θα ζουν στο ασοβάτιστο σπίτι τους, θα διαβάζουν περιοδικά χωρίς εξώφυλλα, θα βλέπουν τηλεοπτικά κυκλώματα, θα κοιμούνται σε άστρωτα στρώματα και μπορεί να κάνουν και παιδιά… ω, τα παιδιά τους θα τα έχουν όλα…

Το ένα λεπτό πέρασε και κατέβασε τα μάτια του από το καθρέφτη. Μια ανατριχίλα τον συντάραξε. Ξαναγυρνούσε στην πραγματικότητα. Έπρεπε να ξυριστεί και πάλι στα τυφλά. Κοιτάζοντας αλλά μη βλέποντας. Ακούμπησε τη λεπίδα του παραδοσιακού ξυραφιού στην καρωτίδα του και σκέφτηκε: «Μπορώ να τα τελειώσω όλα». Κι έτσι έκανε. Κι έτσι σκότωσε τον άνδρα που έβλεπε, πίσω από τον τυφλό βλέμμα του άνδρα που στεκόταν μπροστά στο καθρέφτη και ξυριζόταν με το Gillette Fusion Power Stealth (με πέντε ακίνδυνες λεπίδες και μπαταρία) ξυράφι του, που είχε αγοράσει πριν λίγες μέρες. Το αίμα πεταγόταν σε ριπές πίσω από το άδειο βλέμμα, αλλά κανείς δεν προσπάθησε να το σταματήσει. Θα ήταν μάταιο έτσι κι αλλιώς. Ήταν ήδη νεκρός προτού το κέλυφος του τελειώσει το ξύρισμα του. Κι έτσι δεν έμενε κανείς να δει το πρόσωπο μέσα στο καθρέφτη. Το κέλυφος του θα συνέχιζε τη ζωή του χωρίς να χρειάζεται να αποφεύγει το βλέμμα του καθρέφτη, γιατί δε θα μπορούσε ποτέ ξανά να δει το είδωλο του μέσα σ’ αυτόν.

Το κέλυφος σκέφτηκε ότι σκέφτεται πολύ παράξενα αυτό το πρωινό. Πρώτα γδαρμένα πρόσωπα και μετά αυτοκτονίες και είδωλα στον καθρέφτη. Σκέφτηκε πως τον πείραξε η σπανακόπιτα που έφαγε χθες στη δουλειά. Σκέφτηκε πως ο καφές που θα έπινε σε λίγη ώρα θα του έφτιαχνε το κέφι. Σκέφτηκε την Λίτσα, την όμορφη γραμματέα του αφεντικού. Έβαλε άφτερ σέηβ για να γίνει ακαταμάχητος. Έφυγε για τη δουλειά αναζωογονημένος και κεφάτος.


Η Λίτσα του έκατσε και οι καθρέφτες δεν του ξαναπήγαν κόντρα.

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

Η αλιπάστωση και μια κατάσταση ομηρίας

Ήταν ένας Σεπτέμβρης που είχε απαχθεί από το καλοκαίρι, τριγυρνούσε ακόμα με βερμούδες κι είχε στις τσέπες άμμο και βότσαλα.

Το Φθινόπωρο όσο κι αν έκλαψε για την αρπαγή του μικρού του γιου, στις αυλές μας δεν έφτασε ούτε δάκρυ..ούτε λυγμός.

Τρέχαμε κι εμείς στις παραλίες κι ανάβαμε ξανά φωτιές και ρίχναμε κι άλλες βουτιές κι απλώναμε στα κορμιά κι άλλη αλμύρα..
κι άλλο αλάτι..συντηρητικό αρχαίο..
να κρατηθούμε "αναλλοίωτοι" μέχρι του χρόνου το καλοκαίρι όπου θα ξαναρχίσει η διαδικασία της.... ¨αλιπάστωσης".



Ήταν ένας Σεπτέμβρης
που είχε απαχθεί από το Καλοκαίρι
κι έτσι ήταν οι ψυχές μας
όμηροι της θάλασσας
και της ανεμελιάς

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

I'm going to join the circus, cause that's where i belong...



Το σκοτάδι είναι ο καλύτερος σου φίλος... εκμεταλεύσου το όσο μπορείς. Μπές μέσα στο σκοτάδι και εξαφανίσου. Αστο να σε τυλίξει και να μη σε νοιάζει πια. Μια τεράστια ποσότητα αλκοόλ μπορεί να βοηθήσει αν διστάζεις. Άστο να σε πετάξει από τοίχο σε τοίχο, όχι πια με την τρομερή κατήφεια που σε χαρακτηρίζει αλλά με μια διάθεση να χορέψεις και με μια αίσθηση ελευθερίας που μπορείς να έχεις μόνο πάρα πολύ σπάνια (φαντάσου να είσαι ελεύθερος τόσο σπάνια που ξεχνάς την τελευταία φορά)(εκτός και αν έτσι κι αλλιώς θα ξεχνούσες την τελευταία φορά). Κάντο και θα δεις. Βάλε την αγαπημένη σου μουσική και κάντο. Θα νιώσεις τη δύναμη του σκοταδιού να σε μετακινεί σαν τεράστια μαριονέτα. Αλλά παρόλα τα σκοινιά θα είσαι απολύτως ελεύθερος. Και απολύτως ευτυχισμένος σα να είσαι έτοιμος να ανέβεις σε εκείνο το τρένο που είναι έτοιμο να αναχωρήσει για το όνειρο της ζωής σου. Αυτή είναι η συμβουλή μου: Χόρεψε στο σκοτάδι με μουσική που μόνο εσύ ακούς. Ακόμα κι αν η μουσική δεν ειναι για να τη χορέψεις. Ακόμα και αν ξέρεις πόσο χάλια θα φαινόσουν αν κάποιος άναβε το φως. Ακόμα κι αν ξέρεις πως η ελευθερία σου δε διαρκεί για πολύ και ήδη από τη στιγμή που άρχισες να γράφεις η κατάσταση έχει αναστραφεί και όοοοοοοοοολλλλλλλλααααααααααα είναι τόοοοοοοοοοοσοοοοοοοοοοο φωτεινά!!!

(Παρακαλώ όσοι κάνουν τον κόπο να ακούσουν τα τραγούδια ας ακούσουν προσεκτικά ή ας ψάξουν τον στίχο!!! Είμαι πολύ μεθυσμένη να κάνω τη αντιγραφή...) Κι επίσης το ξέρω πως θα το μετανιώσω αύριο αλλά χέστηκα αυτή τη στιγμή... τόσο καιρό σκεφτόμουν τι να γράψω και δε μου έβγαινε ... φάτε τα τώρα... τις ασυλλόγιστες μου σκέψεις.

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2008


"Ήταν χειμώνας…" Μόνο αυτό σκεφτόταν.
Είχαν συμφωνήσει μυστικά να μην υπάρξει το καλοκαίρι.
Οι πρώτες λέξεις έπεσαν μαζί με τα φθινοπωρινά φύλλα .Ακροβατούσαν ανάμεσα στις κιτρινισμένες από το άνυδρο καλοκαίρι λέξεις. Τις στοίβαζαν προσεκτικά για να παραγεμίσουν τα κενά του χρόνου που χάθηκε.
Με τα μάτια στραμμένα ψηλά περίμεναν τις πρώτες φθινοπωρινές ψιχάλες. "Δεν μπορεί…Θα’ ρθουν…".
Να παρασύρουν τα σαθρά μπαλώματα ή να ξεπλύνουν το τοπίο και να μπερδευτούν με τα δάκρυα στο πρόσωπο;’’

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Μια φέτα σαγκουίνι στο βελούδινο μαύρο πέτο του

Κατεβαίνω ξανά στα σκαλιά της
και κάθομαι μπροστά στο μαύρο πρόσωπό της
σε αυτό το πρόσωπο που καθρεφτίζει την μορφή του αγαπημένου της πάνω του..
αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά της από την αγάπη
αυτή διάφανη αυτός μαύρος..κλέβει το χρώμα του
ο μόνος τρόπος για να τον φέρει κοντά της
αεράκια και βοριάδες στρατόσφαιρες και μάζες πολύχρωμων αερίων ανυπέρβλητα εμπόδια..
μα αυτή τον αγαπά με τον δικό της τρόπο

με έναν τρόπο που μόνο η αγάπη η ίδια με όλους τους πορφυρούς παρατρεχάμενους της μπορεί να υποδείξει.
Σήμερα αυτός έχει καρφιτσωμένη στο πέτο μια ζουμερή μεγάλη φέτα σαγκουίνι.
Κι αυτό το σαγκουίνι πως καθρεφτίζεται πάνω της
Δρόμος από φρουτένια κόκκινα σχεδόν δάκρυα-ποτάμια
ένα δάκρυ φτάνει μπροστά μου.
Δε χορταίνω να τους κοιτώ..
ένα ζευγάρι που θαρρείς δεν είναι ζευγάρι αλλά έχει ενωθεί σε μια οντότητα
Δεν υπάρχει διαχωριστικό στον ορίζοντα..
Ένα καράβι πέρασε και ξεκόλλησε την γραμμή αυτή που τους χώριζε
την έδεσε στην πλώρη σαν μεταξωτή κορδέλα και συνέχισε την πορεία του .





-Που είσαι?
Σιωπή.

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

Ζεστός αέρας - Ξύλινα Σπαθιά

Έλα επιτέλους και πες στη λύπη
να μην χτυπάει την πόρτα μου πια
πες της απλά έφυγε, λείπει
εδώ δεν μένει κανένας πια.

Έλα φεγγάρι στην αγκαλιά μου
πάνω σου βλέπω το φως της μέρας
έστω για λίγο μείνε κοντά μου
πάλι φυσάει ζεστός αέρας.

Πες της πως πήγα σε κάποια χώρα
που τα ρολόγια δεν έχουν δείκτες
και όλες οι ώρες σημαίνουν τώρα
βάλτε φωτιά κάψτε τις νύχτες.

Αυτά εδώ είναι τα δόντια
που είχε σπάσει του Δαυίδ η πέτρα
μοιάζουν για πέτρες για δαχτυλίδια
καν' τα ό,τι θέλεις, καν' τα στολίδια.
Πέτρινα τείχη θα ταξιδέψω
θ' ακολουθήσω την τροχιά της σφαίρας
πέτρινα τείχη κάπου κεί έξω
πάλι φυσάει ζεστός αέρας

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

Η δύση σε μια στάση λεωφορείου


Έδυσε το χαμόγελο στα χείλη της,
στα πορτοκαλιά βαμμένα χείλη.

Σκέψεις σκόρπιες, επαναστατούν κατά της βαρύτητας
ίπτανται πάνω από το κεφάλι της σαν αερόστατα


Εκείνη που θέλησε πολλά..έμεινε με τα λίγα.

Θέλει να ουρλιάξει. Δεν το κάνει. Τι θα πει ο κόσμος. Έτσι την έχουν μεγαλώσει.
Μα αυτή θέλει τόσο πολύ να ουρλιάξει..το καταπίνει.
Ουρλιάζει στα μέσα της.. κι είναι τόσο δυνατή η φωνή που την ταρακουνάει και την τρομάζει.

Το πρόσωπό της καταβεβλημένο..
αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά, σαν να έκλαιγε μια ολόκληρη μέρα.
Μα αυτή δεν έριξε ούτε δάκρυ..
Τι θα πει ο κόσμος??
Θα πρέπει να την συμπονέσει
Θα πρέπει να την λυπηθούν..
"Αχ την καημένη την κοπελίτσα.. τι να έπαθε και κλαίει μες τον δρόμο? "
Θα πρέπει να στεναχωρηθούν ή έστω να θορυβηθούν έστω και στιγμιαία κι αυτοί.
Ας μην τους βάλει καλύτερα στον κόπο.
Όχι οτι τους το χρωστάει βέβαια..

τίποτα δεν τους χρωστάει
δεν χρωστάει πουθενά

Αυτές οι άσπρες οι γραμμές την σαγηνεύουν.
Στέκεται σε μια στάση λεωφορείων και τους χαμογελάει..
Περνάν αυτοκίνητα και παίζουν κρυφτό αλλά πάλι της φανερώνουν την απλότητά τους.
Πάντα της άρεσε το κόκκινο με το άσπρο και το μαύρο.

Νυχτώνει..περπατά στην άδεια πόλη..γέρνει απο παγκάκι σε παγκάκι
πηγαίνει από πάρκο σε πάρκο.
Αφήνει τα πάρκα..γέμισαν ζευγάρια
γέμισαν φιλιά , αγκαλιές, υποσχέσεις,
κουβέντες..ελεύθεροι σκοπευτές
αγγίγματα..δηλητηριασμένα κρασιά



Πνίγεται..
Το καυσαέριο θα φταίει..
Ένα βαρδαράκι θα ήταν ότι πρέπει.

φωτογραφιες deviantART

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

H επιστροφή της άσωτης...

Back to black λοιπόν...Μια ακόμη επιστροφή στα ίδια...Κι είναι τόσο ίδια σαν να μην έφυγα ποτέ τελικά...Μηχανικά γίνονται οι ίδιες κινήσεις...Το τηλέφωνο χτυπάει κι είναι τα ίδια πρόσωπα...Το μυαλό πάει και πάλι στα ίδια πρόσωπα...Κι η playlist είναι παραδοσιακά η ίδια.ιεροτελεστία έχει γίνει πια.Η διαφορά είναι ότι αυτή η επιστροφή κουβαλάει όλες τις άλλες επιστροφές,αλλά έχει και κάτι απο τον αέρα της πρώτης άφιξης.Αυτή,όμως,θα'ναι και η τελευταία κι έχει άλλη χάρη.Όλα είναι όπως τα άφησα,αλλά εκείνο το έρμο το τραπεζομάντηλο που χάθηκε μεσα στα 30 τετραγωνικά;;;Συνεχίζω το μαγείρεμα του κους -κους που δε μου φαίνεται και πολύ σόι...Τι σας λέω;;;Γιατί;;;Θα επανέλθω με κάτι πιο ενδιαφέρον!!!

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

Το κρασάκι του Τσου...

There Will Be Blood!

Πάντα υπήρχε άλλα ήταν κρυμμένο στη σκιά του γιούκεμποξ (γιούκ εμπόξ,κακό αδέρφι του γιούκ ερμάν (ερμάν απο το hermano=αδέρφι, το λέει και η λέξη))(<παρένθεση σε παρένθεση, καταραμένη θετική κατεύθυνση!) και ντρεπόταν το φώς της μέρας. Βρυκολάκιασε και ψιλοσάπισε με λίγα λόγια. Χρειάζεται λίγο χρόνο προσαρμογής και θα ανακάμψει δριμύτερο. Τρόπος του λέγειν.



Εδώ είμαι εγώ, για όσους δε με γνώρισαν, στην πρεμιέρα της τελευταίας μου ταινίας, μιας ρομαντικής κομεντίς με άφθονες σκηνές ανατινάξεων και σεχ, ΑSS*: Η εκδίκηση του πράσινου νίντζα #5, την οποία έγραψα, σκηνοθέτησα και πρωταγωνιστώ στο ρόλο στην νεαράς ενζενί, ΑSS Μπάιτ. Στο ρόλο το κακού σπυριού, ο Ράσελ Κρόου . Ένα καμεό πέρασμα ώς πύον, κάνει ο Τομ Κρουζ.


(*ASS: ArhontaS Skotous)


Προς το παρόν έχω να πώ χίλια μπράβο γι'αυτά που βλέπω εδώ γραμμένα... και να συνεισφέρω με ένα άσμα που πολύ αγαπώ και μου κρατούσε συντροφιά τις ζοφερές δρακουλιάρικες μέρες και κυρίως νύχτες που πέρασαν, και οφείλω να τονίσω ότι ουδεμία σχέση έχει με το παρόν κείμενο. Εγώ θα το ακούω στο μπtria slayer μου στη νυχτερινή μου μεταμεσονύστια τσάρκα. Εσείς ακούστε το από δω. Και αφήστε τα παράθυρα σας ανοιχτά, ρε παιδιά, σπάω τα μούτρα μου κάθε βράδυ!!!


Άσχετο γαμάτο τραγούδι εδώ παρακάτω...



Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2008

Xρόνια Πολλά!!!!






Χρόνια πολλά Chaos!!!


Μάδησε τα πέταλα της ζωής σαν τον μπόμπιρα επάνω
Μύρισε τα, χάιδεψέ τα, γεύσου τα.
Εύχομαι φωτεινή και όμορφη να ναι πάντα η ζωή σου σαν τα λέλουδα.
Και σαν την δροσιά την πρωινή που ξαπλώνει ράθυμα στα φύλλα η παρουσία σου, να ξεδιψά αγαπητούς ανθρώπους...


Μα πάνω από όλα να σαι πάντα υγιής αγαπητή μου.
να σε χαιρόμαστε!

Ζητείται στρατηγός για καλλιτέχνη..ζητείται τουρίστας για κυρία

Ένας σωρός από βιβλία, σημειώσεις, φωτοτυπίες και χαρτάκια επιμελώς ατημέλητα είναι τοποθετημένα πάνω στο γραφείο κάτω στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι.. Στυλό, μολύβια ,γόμες ,ξύστρες διασκορπισμένα πάνω τους. Ο καλλιτέχνης που ευθύνεται για αυτά, γιατί επιστήμονα δεν τον λες αφού μέχρι στιγμής έχει ασχοληθεί μόνο με το πόσο φυσικός είναι ο διάκοσμος αυτός,προσπαθώντας να πείσει εαυτό και λοιπούς ότι διαβάζει...στέκεται στο κούφωμα της πόρτας και κοιτά με ένα βλέμμα απλανές. Ο πανικός στέλνει έναν χαιρετισμό περνώντας έξω από το παράθυρο.. "Πάλι εδώ αυτός?" σκέφτεται ο καλλιτέχνης "Χτες ήρθε και στρογγυλοκάθισε τόσες ώρες πάνω στο γραφείο μου, μέχρι που του έκανα την χάρη και τον έβγαλα βόλτα...όχι και σήμερα ..δεν έχω άλλο χρόνο.." Από το πράσινο βιβλίο δίπλα στο κρεβάτι αναδύεται ένα.. κολλοειδές. Φέρνει μια γύρα πάνω από το γραφείο κι έπειτα φωλιάζει στα μάτια του καλλιτέχνη. "Πόσα μικρά είπαμε ότι είναι τα σωματίδια που τα αποτελούν?" διερωτάται καθώς σκάει ένα χαμόγελο συνωμοτικό στον φιλο-παράσιτο που εγκαταστάθηκε στα μάτια του κι άλλαξε έτσι η οπτική του.. Ένα αχνό γαλακτερό πέπλο έπεσε σε κάθε τι στο δωμάτιο..απαλύνοντας τους όγκους, αμβλύνοντας τις γωνίες,κρύβοντας τα γράμματα και τα χρώματα..ένα πέπλο που έφερε το μυστήριο σε μια κατά τα άλλα συνηθισμένη κάμαρα.. "Μήπως τώρα σου ήρθε η όρεξη φιλαράκο?" ψέλλισε το κολλοειδές. ".......................................καλή η προσπάθεια...ευρηματική..." σκέφτεται ο καλλιτέχνης.



Μα πόσα πράγματα.. πόσες λέξεις ..πόσες πληροφορίες να χωρέσουν σε ένα κεφάλι σε έναν εγκέφαλο που νιώθει σαν παραγεμισμένη βαλίτσα διακοπών..που χάσκει.. που πετσέτες και ρούχα ξεχειλίζουν από μέσα της.. ο μαυρισμένος τουρίστας κάθεται πάνω της τιμωρώντας την που δεν τον υπακούει, σπάζοντας τον τσαμπουκά της.. η βαλίτσα μαζεύεται, και όλα ..πετσέτες, ρούχα, πουκαμίσες, δώρα, αντηλιακά ως δια μαγείας χωράνε! Κι εμένα που δεν μου βρίσκεται κανένας τουρίστας τι θα κάνω? Εγώ που δεν πήγα καν διακοπές να δω πως μοιάζει αυτή η φασαριόζικη φυλή των μαυρισμένων τουριστών..να χω να κλείσω και βαλίτσα?! Τραγική ειρωνία.

Η ομίχλη βαρέθηκε τον καλλιτέχνη, ο οποίος μοιάζει να χει μαρμαρώσει στην ίδια θέση, και γυρνά πίσω στο πράσινο βιβλίο.. Και τότε κατευθύνεται προς το γραφείο πιάνει το βιβλίο στα χέρια κοιτά με μια θλίψη το ρολόι, παρηγορεί τον εαυτό του με γλυκόλογα, του τάζει μια σοκολάτα και βαράει μια ένεση καφεϊνης ενώ η πρώτη δοκιμασία απέχει μόλις 10 ώρες. Ίσως χάσει την πρώτη μάχη.. αλλά ακόμα δεν έχει χάσει τον πόλεμο.

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

2 τακούνια σε 42 τετραγωνικά


Περπατά πάνω κάτω μέσα στο άδειο δωμάτιο γράφοντας χιλιόμετρα..γδέρνοντας τα φθαρμένα σανίδια, προκαλώντας τα παράπονά τους κάθε που πατάν πάνω τους τα τακούνια της. Δεν τα ακούει.. είναι τόσο δυνατός ο θόρυβος στο κεφάλι της που κόβει τους εξωτερικούς θορύβους σαν ηχητικός φράχτης. Ένα φράγμα ήχου φτιαγμένο από καθαρή βαβούρα. Χίλιες φωνές προσπαθούν να ξεπεράσουν σε ένταση η μία την άλλη ,πλημμυρίζει το κεφάλι της και ξεχύνονται στο δωμάτιο. Τα τακούνια της συνεχίζουν να πληγώνουν τα σανίδια κι αυτά συνεχίζουν να σκούζουν και οι φωνές συνεχίζουν να παράγουν τη βαβούρα η οποία όσο περνάει η ώρα θαρρείς μεγαλώνει απειλητικά.. Τα σανίδια αρχίζουν και παραπονιούνται και για την βαβούρα..ποιοι είναι όλοι αυτοί που εισέβαλαν με το έτσι θέλω στον δικό τους χώρο και τους κλέβουν τα πρωτεία στην φασαρία?



Τα πόδια της έχουν αρχίσει να πονάνε.πόσες ώρες είναι ανεβασμένη πάνω σε αυτά τα τακούνια..μήπως έγιναν μέρες..περιμένει, απλά περιμένει και γράφει χιλιόμετρα μέσα σε 42 τετραγωνικά..
κι ύστερα κάθεται πάλι ακίνητη μπρος στο παράθυρο και κοιτάει έξω και τα μάτια της θέλουν να διαπεράσουν τις κουρτίνες ,τους τοίχους ,τα έπιπλα των απέναντι πολυκατοικιών ,θέλουν να διαπεράσουν τη συστάδα δέντρα που βρίσκεται από πίσω τους και να συνεχίσουν αν διαπερνούν τα καταστήματα που βρίσκονται στο μεγάλο δρόμο ακόμα πιο πίσω..να ανοίξει το οπτικό της πεδίο..
όλα αυτά ,μια γκρι μουντή ομίχλη σαν βρωμιά μπροστά της .
Απλώνει τα χέρια και καθαρίζει το τζάμι ,σαν υαλοκαθαριστήρες , αλλά η "βρωμια" μένει εκεί χαμογελώντας της ειρωνικά σαν την ομίχλη..
Τρώει τον δρόμο μπροστά της με τα μάτια της μα όσο κι αν προσπαθεί δεν μπορεί να δει ούτε πίσω από την αραχνοΰφαντη κουρτίνα της γειτόνισσας, ακόμα κι αν έχει σκοτεινιάσει έξω, ακόμα κι αν η γειτόνισσα έχει ανοιχτά τα φώτα..
απλά δεν μπορεί να δει..

Πλησιάζει στο τζάμι το πρόσωπό της ανασαίνει πάνω του, ακουμπά το μάγουλό της και τη δεξιά παλάμη..κοιτάει τα δάχτυλά της..αλλά πουθενά τα δικά του.
Το τζάμι θολό σα το μυαλό της , ζεστό απ'την ανάσα της .. κρύο απ΄την απουσία.

Του αφήνει ένα φιλί και βγάζει τα τακούνια.

Τα σανίδια σωπαίνουν
οι φωνές γίνονται ουρλιαχτά κυκλώνοντας το δωμάτιο

τα μάτια της γίνονται δρόμος

τα πόδια της γίνονται φτερά.

Δε θα ρθει και το ξέρει .. έχει μάθει να υποφέρει σιωπηλά και διακριτικά
Έχει μάθει να μην ενοχλεί ..έχουν μάθει να την ενοχλούν.

Μη μιλάς , δάγκωσε τα χείλη.
Χαμογέλα, καρφίτσωσε κι ένα λουλούδι στην καρδιά, εκεί που έχεις φτιαγμένο έναν οδηγό για κέντημα..πέρνα στις τρυπούλες του τα πέταλά του, να την ομορφύνεις λίγο με ένα φλοράλ καμουφλάζ.. μη φαίνεται η δακρυσμένη θλίψη της.

Βάζει αθλητικά..

χτίζει το παράθυρο..
υψώνει μια τεράστια φωνή στις φωνές της σπάζοντας τον ηχητικό φράκτη τους
Κυλιέται στα σανίδια να τα ημερέψει με ένα χάδι του κορμιού της

Βγαίνει στο δρόμο..

Βλέπει.