That can only mean one thing.And I don't know what that is...
Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009
Κυριακή 26 Ιουλίου 2009
Τριγυρνάω τις νύχτες στην πλατεία και βγαίνω στη γύρα για ποτήρια και ξεκρέμαστες λέξεις που ταλαντεύονται ανάμεσα στην αδιαφορία και την εξάρτηση. Μ' ανθρώπους που δε γνωρίζω καλά κι ούτε με ξέρουν καλά, αλλά φτιάξαμε μια κοινή συνθήκη ν' αγαπιόμαστε για όσο κυκλοφορούμε στα ίδια μέρη. Μετά, για ένα περίεργο λόγο και μ' ένα περίεργο τρόπο θα σκορπίσουμε όπως γίνεται πάντα και θα κλείσουμε το χρόνο που ξοδέψαμε ο ένας για τον άλλον με ανιδιοτέλεια σε ένα βαθύ πηγάδι. Το πηγάδι θα το ανοίξουμε μόνο όταν έρθει η ώρα να ξαναρίξουμε αγαπημένους ανθρώπους εκεί μέσα. έχω την υποψία ότι στο τέλος θα είναι όλοι εκεί μαζεμένοι κι εγώ θα προσπαθώ ν' ανοίξω το πηγάδι αλλά θα έχει σφηνώσει..Εκεί να δεις γέλια... Τα λόγια μου πια τα καταλαβαίνουν πιο πολύ απ' όλους αυτοί που δε με ξέρουν. Το ένα μου μάτι είναι ελεύθερο, σχηματίζει τ' ασχημάτιστα, δεν κάνει υποχωρήσεις, δεν αφήνει στιγμή να πάει χαμένη, χτυπάει όταν ξέρει πότε θα πονέσει πιο πολύ, δεν έχει ανάγκη κανέναν και τίποτα, ονειροβατεί κι όταν ξεμένει από λέξεις για κάτι περίεργα συναισθήματα εφευρίσκει καινούργιες. Tο άλλο μάτι δεν αντέχει, μετράει τις ώρες, τις μέρες, μετράει τους ανθρώπους, τους βρίσκει πάντα λιγότερους από δικό μου φταίξιμο, κοιτάει πίσω του, παίζει μια παρτίδα από οτιδήποτε και βγαίνει πάντα χαμένο, κρατάει λογαριασμό απ' όλες τις φορές που φέρθηκε σκάρτα.
Αν με προδώσει η θάλασσα, τα ποτήρια ο καπνός και τα γαλάζια μάτια..βράστα. Και μόνο κάτι απογεύματα που συναντάω κάποιους που περιμένουν το υπεραστικό για την πόλη καταλαβαίνω που με κοιτάνε περίεργα και με απορία και ξέρω ότι ή που με πρόδωσαν όλα και δεν είχα που να πάω ή που τα πρόδωσα εγώ και δεν είχα που να με ξαποστείλω. Όχι, ο καπνός αντέχει ακόμα. Για πόσο όμως..Πάω και ποντάρω την τύχη μου εκεί που έχω τις περισσότερες πιθανότητες να με κρεμάσουν. Πάω κι αφήνω τον εαυτό μου εκεί που έχω τις λιγότερες πιθανότητες να τον ξαναβρώ. Δεν είναι να 'χεις για αποσκευές θάλασσα, γαλάζια μάτια και ξεθυμασμένα μπουκάλια. από χέρι χαμένος..
Και δεν έχω καν σκυλί να με περιμένει σαν τον Οδυσσέα. Έχω χαρά. Και πολλή δουλειά. Και τα δύο δεν είναι το φόρτε μου. Περιμένω τη σκοτεινιασμένη ραστώνη να ρθω στα ίσα μου.
Αν με προδώσει η θάλασσα, τα ποτήρια ο καπνός και τα γαλάζια μάτια..βράστα. Και μόνο κάτι απογεύματα που συναντάω κάποιους που περιμένουν το υπεραστικό για την πόλη καταλαβαίνω που με κοιτάνε περίεργα και με απορία και ξέρω ότι ή που με πρόδωσαν όλα και δεν είχα που να πάω ή που τα πρόδωσα εγώ και δεν είχα που να με ξαποστείλω. Όχι, ο καπνός αντέχει ακόμα. Για πόσο όμως..Πάω και ποντάρω την τύχη μου εκεί που έχω τις περισσότερες πιθανότητες να με κρεμάσουν. Πάω κι αφήνω τον εαυτό μου εκεί που έχω τις λιγότερες πιθανότητες να τον ξαναβρώ. Δεν είναι να 'χεις για αποσκευές θάλασσα, γαλάζια μάτια και ξεθυμασμένα μπουκάλια. από χέρι χαμένος..
Και δεν έχω καν σκυλί να με περιμένει σαν τον Οδυσσέα. Έχω χαρά. Και πολλή δουλειά. Και τα δύο δεν είναι το φόρτε μου. Περιμένω τη σκοτεινιασμένη ραστώνη να ρθω στα ίσα μου.
Σάββατο 11 Ιουλίου 2009
Λούμπεν συνταγή Νο 1
Για μοχίτο του χωριού, το λεγόμενο και αγροτικό - σε αντιδιαστολή με το αστικό μοχίτο που αναπαράγει την καπιταλιστική και καταναλωτική κοινωνία του μεταμοντερνισμού - θα χρειαστείτε:
Αdiosssssssssssssssssssssss!!!
- αβάνα από την πόλη, την όποια πόλη... (εδώ και σε αυτό το κομβικό σημείο γίνεται η μετατροπή ενός αστικού προϊόντος σε αγροτικό, κάτι το εντελώς αντίστροφο από την καθιερωμένη φόρμα της καπιταλιστικής κοινωνίας)
- δυόσμο κλεμμένο με διακριτικά πηδηματάκια από το μποστάνι του γείτονα (μπορούμε να πούμε και ότι το δανειστήκαμε, στα πλαίσια μιας κοινωνίας κοινοκτημοσύνης.)
- λάιμ απ΄το διπλανό χωριό γιατί τα δύο μανάβικα του χωριού στο οποίο διαμένετε δεν είχανε
- ροδάκινα κερασμένα απ΄το μανάβη (δεν τα ρίχνουμε στο μοχίτο εννοείται...τα τρώμε ως συνοδεία και ως αντίβαρο στα αστικά ξηροκάρπια που σερβίρονται στα απανταχού βαρς των πόλεων!)
- μαύρη ζάχαρη που ως εκ θαύματος το μπακάλικο του χωριού διαθέτει! (φυσικά βιολογική, φυσικά από βασανισμένους αγρότες αναπτυσσόμενων χωρών.)
- πάγο
- μια πετσέτα καθαρή για να ρίξετε μέσα τον πάγο
- μια βαριοπούλα -κατά προτίμηση αυτή που χρησιμοποιείτε στη δουλειά σας για να σας υπενθυμίζει τους συνδικαλιστικούς αγώνες που έχετε να δώσετε στους μαλάκες του ΥΠΠΟ από Δευτέρα..-, με την οποία θα αρχίσετε να βαράτε μέχρι θανάτου τον πάγο μέσα στην πετσέτα
- μια λεκάνη - για τα ρούχα, για τα χόρτα δεν έχει σημασία... - στην οποία θα ρίξετε το μείγμα
- την κάτω πλευρά ενός ανοιχτηρίου με την οποία θα αρχίσετε να ζυμώνετε το μείγμα
Αdiosssssssssssssssssssssss!!!
Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009
Σάββατο 20 Ιουνίου 2009
National geography...του κώλου.
Καταμεσούσης της νυκτός, λαμπιριζούσης της σελήνης, ένθεν, εκείθεν και εντεύθεν του Αλιάκμονος, εις οικίαν ημικατεστραμμένην, ήτοι ερείπιον. Μετ' επίπλων πεπερασμένων δεκαετιών και καταψύκτου δύσχρηστου του οποίου ο ιδιοκτήτης αμελεί συστηματικώς όπως εμφανισθεί. Μετά μπυρών, κενών τενεκεδακίων και σβησθέντων σιγαρέττων. Μετά βοών άρκτων και λύκων καταβασθέντων εκ των παραπλεύρων ορέων. Άνευ ανθρωπίνου φωνής (ε, καλά, τον Μπακιρτζή δεν το λες κι ανθρώπινη φωνή..).
Θαρρώ καταλήφθηκα από το πνεύμα του αρχιφύλακα που κυνηγούσε τον Γκαντάρα το ληστή..
(στη φωτό, ο επικηρυγμένος, όπως ενεφανίσθη επάνω σε χαρταετό εις την Καρίτσαν Λαρίσης την 13ην Ιουνίου 2009)
Κι αφού αυτός πέθανε πια, ποιός θα με υβρίσει τεχνηέντως όπως εκείνος... Τι μου τον άφησε τον καταψύκτη ο προηγούμενος.. Χάθηκε να μ' αφήσει ένα πιάνο κι ας μην ξέρω ούτε μια νότα να πατήσω (έτσι το λένε;)... Εγώ τι ν' αφήσω στον επόμενο; Όποιο σπίτι αλλάζω, πάντα κάτι αφήνω να το βρει ο επόμενος κι ελπίζω κι εκείνος ν' αφήσει με τη σειρά του κάτι στον μεθεπόμενο και πάει λέγοντας... Στα άχρηστα είναι η ομορφιά λένε. Κι έτσι θα γεμίσουμε ένα σωρό σπίτια με πολυκαιρισμένα άχρηστα αντικείμενα. Έχουμε σχέδιο λέμε... Το δικό μου το σπίτι είναι μετακινούμενο με μόνη σταθερά εμένα και τα τασάκια. Α, και την Τέχνη και Ψυχανάλυση του Φούλερ. Κολλάω πάντα περίπου 37 σελίδες πριν το τέλος. Τέσσερις πόλεις έχει αλλάξει μαζί μου, χώρια τα νησιά, και προκοπή δεν είδε.
Από δω δε φαίνεται το ποτάμι. Μόνο ο Όλυμπος. Πάλι. Όπου και να φύγω τον Όλυμπο έχω θέα. Σταθερά. Από άλλες γωνίες. Και πάντα χιονισμένος. Να λιώσετε ρε, καλοκαίρι έχουμε! Να του βάλω ροδάκια, να τον παραπέρα, μου κρύβει τη θέα. Εδώ στην άκρη του Αλιάκμονα θυμήθηκα τον Παγασητικό. Κι είμαστε αρκετοί εκείνοι που χαθήκαμε τα βράδια εκεί.. Μόνο για το βορρά είναι οι μουσικές των Κολυμβητών, κάτω απ' τον Παγασητικό σαν να ξεφτίζουν.. Πώς είναι να χάνεσαι στον Παγασητικό...Θες τα παιδικά τα χρόνια, θες τα καλοκαίρια, θες που είναι κλειστός ασφυκτικά ο τόπος...μόνο εκεί μπορεί να χαθεί ο κόσμος. Εκεί και στην Αμοργό, που είναι πεδίο μαγεμένο οπότε το χάσιμο δε μετράει, είναι δεδομένο. Οπουδήποτε αλλού μας βρίσκει ο αρχιφύλακας.. Και πιο πολύ μέσα μας. Άμα χάνεται ο κόσμος μέσα σου τι να προλάβεις να σώσεις...
Ταξιδιάρικα πουλιά κι αγέρα, πότες θα μας πάρετε κι εμάς..
πέρα στου Αιγαίου τα νησιά, στου πελάγου τις ατέλειωτες αμμούδες...
(του χρόνου θα πάω κατά θάλασσα μεριά, υ-πό-σχε-ση)
Το τασάκι θα του αφήσω κι ας μην καπνίζει. Να το αρχίσει. Όχι ο αρχιφύλακας, ο επόμενος.
Όχι άλλα λάθη, πάντα λάθη.
Θαρρώ καταλήφθηκα από το πνεύμα του αρχιφύλακα που κυνηγούσε τον Γκαντάρα το ληστή..
(στη φωτό, ο επικηρυγμένος, όπως ενεφανίσθη επάνω σε χαρταετό εις την Καρίτσαν Λαρίσης την 13ην Ιουνίου 2009)
Κι αφού αυτός πέθανε πια, ποιός θα με υβρίσει τεχνηέντως όπως εκείνος... Τι μου τον άφησε τον καταψύκτη ο προηγούμενος.. Χάθηκε να μ' αφήσει ένα πιάνο κι ας μην ξέρω ούτε μια νότα να πατήσω (έτσι το λένε;)... Εγώ τι ν' αφήσω στον επόμενο; Όποιο σπίτι αλλάζω, πάντα κάτι αφήνω να το βρει ο επόμενος κι ελπίζω κι εκείνος ν' αφήσει με τη σειρά του κάτι στον μεθεπόμενο και πάει λέγοντας... Στα άχρηστα είναι η ομορφιά λένε. Κι έτσι θα γεμίσουμε ένα σωρό σπίτια με πολυκαιρισμένα άχρηστα αντικείμενα. Έχουμε σχέδιο λέμε... Το δικό μου το σπίτι είναι μετακινούμενο με μόνη σταθερά εμένα και τα τασάκια. Α, και την Τέχνη και Ψυχανάλυση του Φούλερ. Κολλάω πάντα περίπου 37 σελίδες πριν το τέλος. Τέσσερις πόλεις έχει αλλάξει μαζί μου, χώρια τα νησιά, και προκοπή δεν είδε.
Από δω δε φαίνεται το ποτάμι. Μόνο ο Όλυμπος. Πάλι. Όπου και να φύγω τον Όλυμπο έχω θέα. Σταθερά. Από άλλες γωνίες. Και πάντα χιονισμένος. Να λιώσετε ρε, καλοκαίρι έχουμε! Να του βάλω ροδάκια, να τον παραπέρα, μου κρύβει τη θέα. Εδώ στην άκρη του Αλιάκμονα θυμήθηκα τον Παγασητικό. Κι είμαστε αρκετοί εκείνοι που χαθήκαμε τα βράδια εκεί.. Μόνο για το βορρά είναι οι μουσικές των Κολυμβητών, κάτω απ' τον Παγασητικό σαν να ξεφτίζουν.. Πώς είναι να χάνεσαι στον Παγασητικό...Θες τα παιδικά τα χρόνια, θες τα καλοκαίρια, θες που είναι κλειστός ασφυκτικά ο τόπος...μόνο εκεί μπορεί να χαθεί ο κόσμος. Εκεί και στην Αμοργό, που είναι πεδίο μαγεμένο οπότε το χάσιμο δε μετράει, είναι δεδομένο. Οπουδήποτε αλλού μας βρίσκει ο αρχιφύλακας.. Και πιο πολύ μέσα μας. Άμα χάνεται ο κόσμος μέσα σου τι να προλάβεις να σώσεις...
Ταξιδιάρικα πουλιά κι αγέρα, πότες θα μας πάρετε κι εμάς..
πέρα στου Αιγαίου τα νησιά, στου πελάγου τις ατέλειωτες αμμούδες...
(του χρόνου θα πάω κατά θάλασσα μεριά, υ-πό-σχε-ση)
Το τασάκι θα του αφήσω κι ας μην καπνίζει. Να το αρχίσει. Όχι ο αρχιφύλακας, ο επόμενος.
Όχι άλλα λάθη, πάντα λάθη.
See you when I see you
(που θα' λεγε κι ο Γκαντάρας στους συντρόφους άμα ζούσε σήμερα)
Τρίτη 2 Ιουνίου 2009
Είναι;
Ντάξ, αι νόου, είναι κλαψο μη πω..αλλά αυτή η ταλάντευση εκεί που είναι μπιούτιφουλ ο γουόρλντ... χθες βράδυ κόλλησε κάτω από μισό φεγγάρι σε σύναξη αδέσποτων..εν γένει.
(μεγάλη εφεύρεση οι ελλιπτικότητες στο λόγο, ούτε με τον εαυτό σου δε χρειάζεται να εξηγηθείς..)
(μεγάλη εφεύρεση οι ελλιπτικότητες στο λόγο, ούτε με τον εαυτό σου δε χρειάζεται να εξηγηθείς..)
Κυριακή 17 Μαΐου 2009
Καλοκαίρι είναι...
Ύπνος στην αιώρα στο μπαλκόνι το βράδυ, σαββόπουλος στο ραδιόφωνο να τραγουδάει το «καλοκαίρι» κι εσύ να ταβανιάζεσαι με μισόκλειστα παντζούρια στις 5 το απόγευμα, αγώνες ποδοσφαίρου στις βεράντες με καθυστέρηση ήχου από τηλεόραση σε τηλεόραση, το κωλοκούνουπο να σε τσιμπάει στο μικρό δάχτυλο του ποδιού, επαναλήψεις στην tv, ένα ροδάκινο για μεσημεριανό γιατί απλούστατα βαριέσαι να μαγειρέψεις, μη σου πω και να φας, διακοπή ρεύματος τη μέρα που αγόρασες ένα πεντόκιλο παγωτό που το είχε προσφορά το μάρκετ, ανεμιστήρες οροφής στο haven, απεργίες των σκουπιδιάρικων, bacardi breezer μετά το μεσημεριανό για ζέσταμα μέχρι το βραδάκι, ένα μηχανάκι να σκίζει τη μεσημεριανή ραστώνη της γειτονιάς, ΔΗΠΕΘΕ σε τουρνέ στην επαρχία, τρία προσκλητήρια γάμων στους οποίους δε θα πας, άλλες τόσες κηδείες γιαγιάδων στις οποίες θα πας (σοβαρά τώρα, αφού στις κηδείες έχει πιο πολύ γέλιο..), θερινά σινεμά με χαλικάκια να σκαλώνουν στα παπούτσια, τοπογράφοι με θεοδόλιχους στα πανεπιστήμια και φοιτήτριες αγγλικής να ποζάρουν νομίζοντας ότι πρόκειται για φωτογραφική μηχανή περασμένων αιώνων.., ένα κιλό κεράσια
δύση στο λιμάνι κάτω απ’ τις ομπρέλες, Θανάσης στο θέατρο Δάσους…
Α, κι αυτά..
Θεσσαλονίκη-Αθήνα σε 8 ώρες χωρίς τσιγάρο με τον καρβουνιάρη κι οχτώ συνεχόμενα στριφτά στο σταθμό Λαρίσης, άπνια στα φράγκικα και δεκατρείς μουσικές να γίνονται μία ανάμεσα στα τραπεζάκια, ορδές ροδαλών βορείων σε πόλεις και νησιά, άλλες ορδές φοιτητών με παρδαλές βερμούδες και οχτώ πεντόλυτρα ζελέ στο μαλλί στα τρένα, πιο άλλες ορδές φοιτητριών με λαχανί σκουλαρίκια, πλουμιστά χαϊμαλιά, ισιωμένο μαλλί κομμωτηρίου και αδιάβροχο μακιγιάζ (για μπάνιο όλα αυτά), μποτιλιάρισμα στο δρόμο για Χαλκιδική, απλωμένα μαγιό στα σύρματα και μια καλοκαιρινή μπόρα με το που επιστρέφεις απ’ τη θάλασσα, , τσιγάρα με αλμυρή γεύση μετά τις βουτιές, δεκαεννιά βότσαλα από τη Σαμοθράκη, τέσσερις το πρωί αυθόρμητο αλλά ταυτόχρονο εγερτήριο για το Q στην Αμοργό, ταξίδι με τον άρχοντα του Αιγαίου, το Σκοπελίτη (ποια Δημητρούλα και Ρομίλντα κι αηδίες..κλάσης ανώτερος!), τρεις το χάραμα καταμεσής του Αιγαίου, καμιά δεκαριά ξάγρυπνοι πάνω στο καράβι κι ο μπάρμαν να σερβίρει την άγονη γραμμή, ταμπέλες με ρουμςτουλετ σε καταλύματα ‘εμπνευσμένα’ από την παραδοσιακή αρχιτεκτονική ή σε απομεινάρια της αρχιτεκτονικής της χούντας, βανίλια υποβρύχιο στην πλατεία στη Σέριφο, φυσικές τζίβες στα μαλλιά απ’ τον αέρα και το αλάτι, μωρά ασβεστωμένα απ’ το αντηλιακό στις παραλίες, νεκρές πόλεις τον Αύγουστο, συνταρακτική ησυχία στο Μπλε Λιμανάκι στην Αστυπάλαια, πανσέληνος του Αυγούστου σε άδειες παραλίες, χταπόδια να λιάζονται στα σύρματα στις ψαροταβέρνες, πλαστικές καρέκλες παρατημένες στον ήλιο να σπάνε πάνω στο κατάστρωμα έξω απ’ το λιμάνι της Τήνου, λατρεμένες επιδαύριες δηθενιές, Παγασητικός τη νύχτα με δεκάδες φωτισμένες βάρκες για ψάρεμα..
Ωχ…είναι και δουλειά…
μπίχλα ατελείωτη στην ανασκαφή και τρανζιστοράκι με επιλογές από τη λούμπεν εργατειά. Αγαπημένη στιγμή, στις εφτάμισι το πρωί το πουκάμισο το θαλασσί και καπάκι στο άδειο μου πακέτο..,αυτοσχέδιοι φραπέδες στην ανασκαφή, στάχτη απ’ το τσιγάρο να λερώνει την κάτοψη, αρχιτέκτονες και τοπογράφοι να ανταλλάσσουν κακίες (αηδία έχετε καταντήσει παιδιά..)
Μπορεί κι αυτά…
να μυρίζει καρύδα και άμμο το λεωφορείο
να πιστεύεις ειλικρινά ότι παίρνεις βιταμίνες από το αβάνα κλουμπ ανανά..
να ξεκινάς κάθε χρόνο για Αμοργό αλλά περιέργως να’χεις να πας κάτι χρόνια
να ξεφορτώνει το καράβι κουρασμένους κατασκηνωτές στην Αιγιάλη κι εσύ να είσαι στην έκτη μπύρα και να σε πιάνει ένας οίκτος, μια συμπόνοια και μια μελαγχολία συνάμα – σε μια βδομάδα τα ίδια θα σκέφτονται κι αυτοί για τους επόμενους..
να φτιάχνεις βαλίτσα τελευταία στιγμή και φυσικά να ξεχνάς πάντα κάτι σημαντικό
να βρίσκεις πετραδάκια και φύκια στα βιβλία απ’ το περασμένο καλοκαίρι
να ξεκινάς με το σκυλοπνίχτη από Θεσσαλονίκη για Κυκλάδες
να ψάχνεις τα σανδάλια στο πατάρι και να βρίσκεις ένα στρώμα θαλάσσης από τότε που ήσουν δώδεκα χρονών
να ξεκινούν οι κουβέντες με «-τι νέα; - τα ίδια μωρέ..» κι αυτά τα ίδια να φτάνουν να καλύψουν κόσμους, να φτάνουν για πολεμοφόδια..
να λιώνουν τα παγάκια για το τσίπουρο με το που φτάνουν στο τραπέζι
να αδειάζεις μπουκάλια εμφυαλωμένου στο κεφάλι σου περπατώντας στους δρόμους της πόλης
να μπαίνεις στην τράπεζα μόνο και μόνο γιατί έχει ισχυρό κλιματισμό
να απλώνεις μπουγάδα και σε τρεις ώρες τα ρούχα να είναι έτοιμα
να σε παίρνουν τηλέφωνο την ώρα που λιάζεσαι και να σου λένε «εδώ αυτές τις μέρες έβρεχε..»
να μισοκλείνεις τα μάτια γιατί σε θαμπώνει η τόση ομορφιά του κόσμου
να λείπουμε ο ένας στον άλλον, κι εμείς απ’ τον κόσμο...
(Άμα θυμάστε κάτι ακόμα ενημερώστε)
δύση στο λιμάνι κάτω απ’ τις ομπρέλες, Θανάσης στο θέατρο Δάσους…
Α, κι αυτά..
Θεσσαλονίκη-Αθήνα σε 8 ώρες χωρίς τσιγάρο με τον καρβουνιάρη κι οχτώ συνεχόμενα στριφτά στο σταθμό Λαρίσης, άπνια στα φράγκικα και δεκατρείς μουσικές να γίνονται μία ανάμεσα στα τραπεζάκια, ορδές ροδαλών βορείων σε πόλεις και νησιά, άλλες ορδές φοιτητών με παρδαλές βερμούδες και οχτώ πεντόλυτρα ζελέ στο μαλλί στα τρένα, πιο άλλες ορδές φοιτητριών με λαχανί σκουλαρίκια, πλουμιστά χαϊμαλιά, ισιωμένο μαλλί κομμωτηρίου και αδιάβροχο μακιγιάζ (για μπάνιο όλα αυτά), μποτιλιάρισμα στο δρόμο για Χαλκιδική, απλωμένα μαγιό στα σύρματα και μια καλοκαιρινή μπόρα με το που επιστρέφεις απ’ τη θάλασσα, , τσιγάρα με αλμυρή γεύση μετά τις βουτιές, δεκαεννιά βότσαλα από τη Σαμοθράκη, τέσσερις το πρωί αυθόρμητο αλλά ταυτόχρονο εγερτήριο για το Q στην Αμοργό, ταξίδι με τον άρχοντα του Αιγαίου, το Σκοπελίτη (ποια Δημητρούλα και Ρομίλντα κι αηδίες..κλάσης ανώτερος!), τρεις το χάραμα καταμεσής του Αιγαίου, καμιά δεκαριά ξάγρυπνοι πάνω στο καράβι κι ο μπάρμαν να σερβίρει την άγονη γραμμή, ταμπέλες με ρουμςτουλετ σε καταλύματα ‘εμπνευσμένα’ από την παραδοσιακή αρχιτεκτονική ή σε απομεινάρια της αρχιτεκτονικής της χούντας, βανίλια υποβρύχιο στην πλατεία στη Σέριφο, φυσικές τζίβες στα μαλλιά απ’ τον αέρα και το αλάτι, μωρά ασβεστωμένα απ’ το αντηλιακό στις παραλίες, νεκρές πόλεις τον Αύγουστο, συνταρακτική ησυχία στο Μπλε Λιμανάκι στην Αστυπάλαια, πανσέληνος του Αυγούστου σε άδειες παραλίες, χταπόδια να λιάζονται στα σύρματα στις ψαροταβέρνες, πλαστικές καρέκλες παρατημένες στον ήλιο να σπάνε πάνω στο κατάστρωμα έξω απ’ το λιμάνι της Τήνου, λατρεμένες επιδαύριες δηθενιές, Παγασητικός τη νύχτα με δεκάδες φωτισμένες βάρκες για ψάρεμα..
Ωχ…είναι και δουλειά…
μπίχλα ατελείωτη στην ανασκαφή και τρανζιστοράκι με επιλογές από τη λούμπεν εργατειά. Αγαπημένη στιγμή, στις εφτάμισι το πρωί το πουκάμισο το θαλασσί και καπάκι στο άδειο μου πακέτο..,αυτοσχέδιοι φραπέδες στην ανασκαφή, στάχτη απ’ το τσιγάρο να λερώνει την κάτοψη, αρχιτέκτονες και τοπογράφοι να ανταλλάσσουν κακίες (αηδία έχετε καταντήσει παιδιά..)
Μπορεί κι αυτά…
να μυρίζει καρύδα και άμμο το λεωφορείο
να πιστεύεις ειλικρινά ότι παίρνεις βιταμίνες από το αβάνα κλουμπ ανανά..
να ξεκινάς κάθε χρόνο για Αμοργό αλλά περιέργως να’χεις να πας κάτι χρόνια
να ξεφορτώνει το καράβι κουρασμένους κατασκηνωτές στην Αιγιάλη κι εσύ να είσαι στην έκτη μπύρα και να σε πιάνει ένας οίκτος, μια συμπόνοια και μια μελαγχολία συνάμα – σε μια βδομάδα τα ίδια θα σκέφτονται κι αυτοί για τους επόμενους..
να φτιάχνεις βαλίτσα τελευταία στιγμή και φυσικά να ξεχνάς πάντα κάτι σημαντικό
να βρίσκεις πετραδάκια και φύκια στα βιβλία απ’ το περασμένο καλοκαίρι
να ξεκινάς με το σκυλοπνίχτη από Θεσσαλονίκη για Κυκλάδες
να ψάχνεις τα σανδάλια στο πατάρι και να βρίσκεις ένα στρώμα θαλάσσης από τότε που ήσουν δώδεκα χρονών
να ξεκινούν οι κουβέντες με «-τι νέα; - τα ίδια μωρέ..» κι αυτά τα ίδια να φτάνουν να καλύψουν κόσμους, να φτάνουν για πολεμοφόδια..
να λιώνουν τα παγάκια για το τσίπουρο με το που φτάνουν στο τραπέζι
να αδειάζεις μπουκάλια εμφυαλωμένου στο κεφάλι σου περπατώντας στους δρόμους της πόλης
να μπαίνεις στην τράπεζα μόνο και μόνο γιατί έχει ισχυρό κλιματισμό
να απλώνεις μπουγάδα και σε τρεις ώρες τα ρούχα να είναι έτοιμα
να σε παίρνουν τηλέφωνο την ώρα που λιάζεσαι και να σου λένε «εδώ αυτές τις μέρες έβρεχε..»
να μισοκλείνεις τα μάτια γιατί σε θαμπώνει η τόση ομορφιά του κόσμου
να λείπουμε ο ένας στον άλλον, κι εμείς απ’ τον κόσμο...
(Άμα θυμάστε κάτι ακόμα ενημερώστε)
Τετάρτη 13 Μαΐου 2009
Ε, δεν σκέφτηκα τίτλο, τι θες τώρα;
Μεταξύ μας, δεν έχει άλλη βροχή. ούτε προσομοιωτικές μπύρες. περνάμε από την προσομοίωση στην πραγματικότητα.
Πέμπτη 30 Απριλίου 2009
Nαι, κάθε φορά που θα ρθω βρέχει..
Όλα ξεκίνησαν απ’ το καταραμένο καναδέζικο δημόσιο…που ούτε τη δικαιολογία του φραπέ δεν έχει..συνέχισαν με την πιο άτυχη ασυμφωνία που μπορούσε να στήσει ο χρόνος σε δύο ανθρώπους(ασυγχρονία το λένε;) κι απόψε δε μας θέλει ούτε ο καπνός. Ξέρω μωρέ ότι αύριο θα βρέχει. (Σε πάω στοίχημα και το μεταπτυχιακό σου…)Και ήπια αρκετά ώστε να μη με νοιάζει που δε θα έχω ούτε κι αυτή τη φορά ομπρέλα, αρκετά ώστε να μη θυμάμαι τι ακριβώς πάω να κάνω. Κι όσοι θυμούνται τις αφίξεις μου παρακαλώ να θυμούνται και τις αποχωρήσεις μου. Και να’χουν στο νου τους ότι ποτέ δε θα επιστρέψω με την ίδια φόρα και κάποτε να μου εξηγήσουν γιατί λείπουν απ’ την τσάντα μου κάτι χαρτιά που μου έδιναν εκείνη τη φόρα. Και να μη με κάνουν να γελάω ώστε να ξεχνάω ότι μου οφείλω να έχω λυπημένα μάτια. Και να μη μ’αφήνουν να φτάνω τόσο κοντά στο να με συγχωρώ. Και να με θυμίζουν όσα έχω να τους πω που πάντα ξεχνάω στην πορεία γιατί καμιά φορά δεν ξέρεις, πρέπει να μιλάς..και να λες τα καλά κι όχι να χτυπάς πάντα εκεί που πονάει, γιατί καμιά φορά μπορεί να λείψουν όλοι και να μην έχω να κερνάω μπισκότα απ’ το ντέφι σε κανένα. Και όσο απομακρυνόμαστε και διανυκτερεύουμε ξεχωριστά να με θυμούνται πολύ γιατί δεν ξέρω πως να περιμαζεύω όλα αυτά τα βάρη χωρίς τη μνήμη των άλλων. Και γιατί δε διανοούμαι να ξεχαστώ ούτε από το τελευταίο πεζούλι στο λιμάνι που αύριο θα στήσει κιτς πάρτι, πέρα απ’ τους γερανούς και τη σιδερένια μπάλα.
Εκεί είναι το πιο όμορφο σημείο του κόσμου κι ας μαζεύει και αιλουροειδή..πάμε.
Εκεί είναι το πιο όμορφο σημείο του κόσμου κι ας μαζεύει και αιλουροειδή..πάμε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
