That can only mean one thing.And I don't know what that is...

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

Shore Leave!!!



Λίγο πριν αναχωρήσω για την πράσινη χώρα με τον παράξενο καιρό, φροντίζω να ξεχάσω την ομπρέλα μου γιατί υπάρχει πάντα μία τριγύρω, παίρνω μαζί μου τα παπούτσια που γλιστράνε πιο πολύ, για να πέσω όσο πιο πολλές φορές μπορώ. Έχω την άδεια αποβίβασης μου, απλά πείτε σ'όποιον άγνωστο με ζητήσει ότι λείπω για δουλειές και στα παιδιά πίσω στη πατρίδα, ότι θα γυρίσω μια τυχερή μέρα!!!


MusicPlaylist


Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2008

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

Βγήκε ο αέρας τσάρκα με τη Ματούλα

Σηκώθηκε αέρας, τα φύλλα τραγουδάν, τα λουλούδια μοιράζουν φιλιά, οι φούστες χορεύουν στο άγγιγμά του, το πέπλο της πόλης υποχωρεί κι ο ουρανός της χαμογελά σκανταλιάρικα φυλλάγοντας όμως πονηρά το μυστικό του, το κοριτσάκι με τις πλεξούδες πατάει στις μύτες σαν μπαλαρίνα ενώ οι υπόλοιποι έξι γεμίζουν τισ τσέπες της με ελαφρόπετρα
Της άρεσε της Ματούλας ο αέρας, εκτός των άλλων τις έδινε ένα άλλοθι για τα δακρυσμένα μάτια τα οποία συνοδευόμενα από ένα κόκκινο χαμόγελο καθησύχαζαν τις "ανησυχίες" του κόσμου.
Όταν εβγαινε τσάρκα τέτοιος αέρας η Ματούλα έβαζε ένα κόκκινο φόρεμα με δυο κορδέλες που αν και προοριζόταν για να φτιάχνουν ένα φιόγκο αυτή της έδενε στο πλάι να ανεμίζουν και να χαϊδεύουν τον αέρα για να τον καλοπιάσουν και να τον κάνουν να μείνει κοντά της πιο πολύ.
Έβγαινε λοιπόν στον δρόμο, σε εκείνον τον δρόμο με τα πελώρια πράσινα δέντρα δεξιά και αριστερά και άρχιζε τις σβούρες. Στον αέρα άρεσαν τόσο πολύ οι σβούρες της Ματούλας με το κόκκινο φουστάνι και τις κορδέλες που τον χαϊδευαν που την έπαιρνε αγκαλιά..αλλά μετά από λίγο την ξαναάφηνε πίσω στον δρόμο για να μπορεί να την βλεπει να χορεύει αυτόν τον μονότονο για τους άλλους χορό.
'Ετσι κυλούσε η ώρα με την Ματούλα μια στον ουρανό και μια στη γη με τον αναποφάσιστο ουρανό που δεν μπορούσε να διαλέξει ανάμεσα στην εικόνα της και στην αγκαλιά της.
Κυλούσε η ώρα μέχρι που Ματούλα και αέρας κουράζονταν και ζαλίζονταν από τις σβούρες και τότε ο αέρας αποφασισμένος πλέον και χορτάτος αγκαλιές και σβούρες την ανέβαζε στην πλάτη του και την πήγαινε βόλτα στον πιο ψηλό βράχο πάνω από την πόλη όπου ανθρώπου πόδι δεν είχε πατήσει, εκτός από αυτά της Ματούλας βέβαια.
Κάθονταν οι δυό τους εκεί πολλές ώρες και τον αέρα τον έπιανε μια φλυαρία τόσο διασκεδαστική για την Ματούλα. Η Ματούλα γελούσε κι ο αέρας μιλούσε μιλούσε μιλούσε..η Ματούλα δάκρυζε και γελούσε κι ο αέρας μιλουυυυύσε. Η κάπα του αέρα βέβαια δεν ήταν πιστή στην Ματούλα και έπαιζε μπερδεύοντας τα κρόσια της στα στενά της πόλης. Κι η Ματούλα που την έβλεπε με την άκρη του ματιού της, της έριχνε τσιμπιές δυνατές και τότε η κάπα μαζεύονταν πάλι στον βράχο και της ανακάτευε παιχνιδιάρικα τα μαλλιά. Έτσι στα στενά της πόλης μια λικνίζονταν τα φύλλα και χόρευαν τα "έκπτωτα" φύλλα και μια έπεφταν ξανά απαλά στο δρόμο σα νιφάδες χιονιού, γι αυτό και οι άνθρωποι εκεί φώναζαν κι αυτοί τον αέρα αναποφάσιστο..και κουνούσαν αποδοκιμαστικά το κεφάλι τους, οι αδαείς!
Κι ύστερα ο αέρας χορτάτος αγκαλιές και σβούρες παραδομένος στο γέλιο της Ματούλας κατέληγε να αποκοιμηθεί εκεί στον βράχο αφού το γέλιο της τον νανούριζε..
Κι η Ματούλα ξέμενε εκεί πάνω στον βράχο με έναν αέρα κουλουριασμένο πάνω στα γόνατα και μέσα στην αγκαλιά της ενώ η νύχτα είχε πέσει ολόγυρά της και όσο κι αν φώτιζε το φεγγάρι για χάρη της δεν ήταν εύκολο να κατέβει από τον βράχο μόνη της χωρίς το μεταφορικό της της πλάτη του αέρα.
Μα αντί να του ρίξει μια γερή τσιμπιά να ξυπνήσει και να την κατεβάσει καθόταν εκεί και του χάιδευε την πλάτη και του σιγοτραγουδούσε

Αν ήσουν αγγελούδι μου
στα χέρια μου πεσμένο,
το χάδι μου θα σ' έντυνε
με ρούχα φιλντισένια.

Κι αν ήσουνα μωρό παιδί
του ουρανού κομμάτι,
αστέρια θα φερνα στη γη
με λάμψη να σε λούσουν.

Μα αν ήσουν το λουλούδι μου
ανθός από τα λιβάδια,
θα γέμιζα τον κόσμο σου
με αγάπη να σε θρέφει.


μέχρι ο αέρας να αρχίσει να ονειρεύεται και τότε ξεθώριαζε σιγά σιγά και γινόταν διάφανος και η ανάσα του τον σήκωνε ολοένα και πιο ψηλά..
Η Ματούλα έμενε τελικά στον βράχο μόνη με κόκκινα χαμόγελα αλλά χωρίς άλλοθι χωρίς αέρα, μάζευε το φόρεμα, έδενε τις κορδέλες κι άρχιζε τη δύσκολη κατάβαση γδέρνοντας πόδια και χέρια..
Σώθηκε ο αέρας, τα φύλλα δεν τραγουδάν, τα λουλούδια δεν μοιράζουν φιλιά, οι φούστες δεν χορεύουν , το πέπλο της πόλης ξανακαλύπτει το πρόσωπό της, το κοριτσάκι με τις πλεξούδες δεν πατάει στις μύτες σαν μπαλαρίνα ενώ οι υπόλοιποι έξι αδειάζουν τισ τσέπες της.
Της έφυγε της Ματούλας ο αέρας, της έφυγε και το άλλοθι κι έμεινε μόνο το κόκκινο πάνω της, το φόρεμα , τα χείλη, τα μάτια , τα πατουσάκια και τα δαχτυλάκια της.

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2008

3 δώρα για 3 από τις αισθήσεις


αγιόκλημα..χώρισε τον μίσχο απο τον στήμονα, πάρε τον στήμονα και ακούμπησε τον στα χείλη σου και τότε θα γευτείς αυτή τη γλύκα που ένιωθα εγώ για σένα.






αμμουδιά..βγάλε τα παπούτσια και περπάτα επάνω της εκεί στην ακρη της, εκεί που την χαιδεύουν οι λευκές χάντρες των κυμάτων..εκεί λίγο πριν πάρει την αρσενική υπόσταση λίγο πριν γίνει βυθός.... και θα βρεις την καρδιά μου, έτσι όπως την είχα στολίσει μόνο για σένα λίγο πριν την ακουμπήσω στα χέρια σου..αυτά τα μισανοιχτα χέρια σου που την αφησαν να τρέξει ανάμεσα τους σαν την άμμο και να πέσει κάτω πίσω στην μάνα της την αμμουδιά.






άστρα..βάλε τη ζωγραφιά στον κόρφο σου βγες στο μπαλκόνι..σ'εκείνο το μπαλκόνι ,ξέρεις εσύ..άνοιξε τα χέρια και την καρδιά σου , σήκωσε τα μάτια ψηλά και άσε τη σκόνη μου να σε πάει στο δώρο που σου έχω, άσε τη σκόνη μου να σε πάει ψηλά σε εκείνο το άστρο..ξέρει αυτή θα σε οδηγήσει εσύ απλά απόλαυσε τη διαδρομή και μη φοβηθείς να κοιτάξεις μέσα του.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Δεν σας ξεχνώ


Δεν σας ξεχνώ..
Δεν ξεχνώ τίποτα..υπερβολή αλλά για αυτά που εννοώ δεν είναι καθόλου υπερβολή
Η μνήμη είναι ένα περίεργο πράγμα, πολλές φορές φτάνει σε σημεία μαζοχισμού ίσως και σαδισμού..σίγουρα όμως μαζοχισμού..κάποιες φορές
Άλλες πάλι όχι
Το ανθρώπινο μυαλό παίζει παιχνίδια, ένα πελώριο λούνα παρκ
και μια εικόνα έρχεται μπρος στα μάτια μου..εκείνου του παιχνιδιού με τον στόχο και τα βελάκια ή την καραμπίνα, διαλέγει ο καθείς τι θέλει και επιλέγει όπλο
Τα βέλη κρατεί το μυαλό μου μα ο στόχος δεν φαίνεται καθαρά
ίσως να φταιν' τα μυωπικά μάτια.. ίσως η ομίχλη που χει πέσει σήμερα σ'αυτό το λούνα παρκ
Δεν μπορώ να διακρίνω ποια είναι η κατάληξη της πορείας που ακολουθούν μετά τον αέρα
Σχίζουν τον αέρα ..το ακούω , αλλά τι έχω επιλέξει ως στόχο τους
Ποιό είναι το κέντρο..; και τι περιβάλλουν αυτοί οι ομόκεντροι πορφυροί του κύκλοι;
Δεν ξέρω ή δεν θέλω να ξέρω. 'Εχει διαφορά;
Κάποτε είχε..Κάποτε είχε;
Μου έχουν λείψει
Απλά και τόσο περίπλοκα.
Μια αντιφατική φύση αυτός ο υπάλληλος που μου δίνει τα βελάκια
με έναν τόσο αντιφατικό ύφος και μια αλλόκοτη συμπεριφορά
μου τα βάζει στις χούφτες σαν να μου τις γεμίζει λουλούδια..
Μα τι έχω επιλέξει για στόχο..?
Τον επέλεξα όντως εγώ ; Η μήπως τον επέλεξε αυτός ο περίεργος υπάλληλος και το έκανε να φανεί σα να 'ταν δικιά μου επιλογή ;
Τέλεια ευστοχία απόψε..ο υπάλληλος χαμογελά και παίρνει το δώρο.

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

Ένα μικρό αφιέρωμα ...

...στον David Bowie.

(To σχέδιο μου να κυριεύσω το blog ειναι πολύ κοντά στην πραγμάτωσή του, χαχαχαχαχαχαχα!!!)


Ziggy Stardust (and the spiders from Mars)



Starman (He'd like to come and meet us but he thinks he'd blow our minds)



Five Years (earth is really dying... what a surprise!)



Heroes (though nothing will drive them away)



The Man Who Sold The World (Oh no, not me...)




Wild is the Wind ( For we're like creatures of the wind)




Σάββατο, 5 Ιουλίου 2008

Bone Machine- Pixies

Μάλλον ξέμεινα εδώ πέρα... Θα κυριεύσω το blog λοιπον...
....μουουουχαχαχαχαχαχαχαχα ( <---- δαιμονικο γέλιο αγελάδας)

You're into Japanese fast food
And I drop you off with your Japanese lover
And you go to the beach all day
You're so pretty when you're unfaithful to me
You're so pretty when you're unfaithful to me

You're looking like
You've got some sun
Your blistered lips
Have got a kiss
The days are lit like everyone
Uh-oh, Uh-oh, Uh-oh, Uh-oh

Your bones got a little machine
You're the bone machine

I was talking to preachy-preach about kissy-kiss
Buy me a soda
Buy me a soda and try to molest me in the parking lot
Eh, eh

I make you break
You make me hard
Your Irish skin
Looks Mexican
Our love is rice and beans and horse's lard
Your bones got a little machine
You're the bone machine

Uh-oh, Uh-oh, Uh-oh, Uh-oh

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

Πού μας πήγε το πουλμανάκι;;;

Το λεωφορείο φρέναρε απότομα στην αποβάθρα, κάνοντας μισή στροφή προς τα μέσα, αποφεύγοντας τελευταία στιγμή να πέσει στο νερό, πέφτοντας σε μια λακκούβα με λασπόνερα αντί γι’ αυτό.

Πρέπει να ήταν νύχτα, νύχτα της πόλης, οπού το μαύρο του σκοταδιού είναι καφέ από τα φώτα, την υγρασία και απ' όσο νέφος παραμένει από τη μέρα της ασφυξίας. Και σχηματίζει μισή σφαίρα πάνω από το έδαφος και γύρω από την πόλη.

Κατεβήκαμε από το λεωφορείο, χωρίς να θυμόμαστε γιατί είχαμε ανέβει. Το λεωφορείο έμοιαζε μάλλον με σχολικό, κανείς μας δεν είχε μπει ξανά σε σχολικό και δεν υπήρχε κανένας λόγος να το κάνουμε τώρα. Ούτε υπήρχε κανένας λόγος να βρίσκεται ένα σχολικό στην άκρη του λιμανιού μιας ξένης πόλης, τέτοια ώρα.

Αλλά βρισκόταν εδώ κι εμείς βρέχαμε τα πόδια μας μέχρι τα γόνατο, τσαλαβουτώντας στα νερά του ανώμαλου εδάφους της αποβάθρας. Το οπτικό μας πεδίο άνοιξε απότομα με το φύσημα ενός χλιαρού ανέμου, σαν να επεκτάθηκε το τοπίο. Τώρα είχαμε πού να πάμε, αφού διασχίσαμε αστραπιαία την τεράστια, άδεια έκταση του λιμανιού.

Γιατί ξαφνικά υπήρχε πόλη. Έρημη και άδεια. Ο καθένας μας είχε τη βεβαιότητα ότι ήταν μια πόλη στην οποία βρίσκεται για πρώτη φόρα και ο καθένας είχε διαφορετικό όνομα γι’ αυτήν. Τι κι αν κοιτούσαμε το ίδιο πράγμα; Τι κι αν στεκόμασταν όλοι μαζί, διστακτικοί να κάνουμε το ένα βήμα που θα μας έβγαζε από τις λακκούβες με τα λασπόνερα; Ο καθένας μας βρισκόταν σε διαφορετική πόλη. Κι όλοι ήμασταν σίγουροι πως ξέραμε που είμαστε, κι ας μη το είχαμε ξαναδεί αυτό το μέρος.

Έτσι δεν είπαμε κουβέντα.
Εξάλλου η παρουσία των άλλων ήταν για τον καθένα μας βάρος.

Αλλά δεν είπαμε κουβέντα.

Ούτε όταν εμφανίστηκε στον έρημο δρόμο εκείνος ο περίεργος τύπος ντυμένος σαν διευθυντής τσίρκου. Μας καλωσόρισε και μας βοήθησε να περάσουμε το δρόμο. Ο δρόμος ήταν άδειος, άλλα μάλλον είχαμε ξεχάσει να περπατάμε. Μας έμαθε ξανά. Με μια-δυο κινήσεις των χεριών του και μια-δυο προσταγές, πάντα ευγενικές, ήμασταν ήδη απέναντι.

Προτιμήσαμε να μην σταματήσουμε και ξεχάσουμε να περπατάμε πάλι.

Ο οδηγός μας μάς συμβούλεψε, καθώς ανηφορίζαμε,
«Μην εμπιστεύεστε το κέρατο ενός ταύρου, το δόντι ενός ντόμπερμαν, το αφηνιασμένο άλογο ή εμένα.»

Τον ακολουθήσαμε. Δεν του είχαμε ζητήσει τίποτα εξάλλου και ήταν πολύ νωρίς για να τον αφήσουμε.

Στις δυο μεριές του δρόμου που ανεβαίναμε υπήρχαν μαγαζιά κλειστά, σκονισμένα, παρά την υγρασία. και με κάτι σανίδες καρφωμένες χιαστί στις εισόδους τους. Ο δρόμος ήταν στενός και πλακόστρωτος. Κανείς τριγύρω και πάλι. Εμείς κοιτούσαμε την μια μόνο πλευρά του δρόμου. Η άλλη βρισκόταν πίσω από τα μάτια μας.

Στην κορυφή της ανηφόρας στάθηκε ο οδηγός μας και σε λίγο ήμασταν κι εμείς εκεί.

Για να βρεθούμε σε ένα φαρδύτερο πλακόστρωτο δρόμο κάθετο στον προηγούμενο. Όλα τα μαγαζιά σ’ αυτό το δρόμο ήταν με τα ρολά κατεβασμένα και τις ταμπέλες σβησμένες από τη φθορά του χρόνου.

«Βγάζω το καπέλο μου στον άνθρωπο που βρίσκεται στην κορυφή του κόσμου», είπε ο οδηγός μας και έβγαλε το καπέλο του.

Η σιωπή στον άδειο δρόμο έγινε ξαφνικά μεταλλική και απόλυτη. Σαν να σταμάτησαν να ακούγονται ακόμα και τα κτίρια με τις διαστολές και συστολές των υλικών τους. Και ο αέρας απέκτησε μια γεύση από σκουριά, πάντα αθόρυβος.

Από τη γωνία του δρόμου εμφανίστηκε ένας άντρας με άσπρο πουκάμισο και μαύρα μαλλιά. Η γεύση της σκουριάς ερχόταν από αυτόν. Ίσως επειδή ήταν ιδρωμένος. Από την υγρασία της νύχτας. Ίσως και όχι.

Ο άντρας ήρθε πολύ κοντά στα πρόσωπα όλων μας, ταυτόχρονα. Ήταν σαν ο καθένας μας να τον είχε μπροστά του, μόνο μπροστά του, σε απόσταση λίγων εκατοστών.

Και τότε μας είπε κάτι, αλλά όπως μιλούσε τα χείλη μας κινούνταν σύμφωνα με τα λόγια του και οι φωνή μας σχημάτιζε τα ίδια λόγια μ’ αυτόν, την ίδια στιγμή που τα λόγια του αποκτούσαν ήχο. Ήταν σαν τα χείλη μας και ο λάρυγγας μας να αντικατόπτριζαν τα δικά του χείλη και το δικό του λάρυγγα.

«Σταμάτα να κλαις πια, κατάπιε την περηφάνια σου, δε θα πεθάνεις, δεν είναι δηλητήριο».

Θέλαμε να του πούμε ότι δεν κλαίμε και δεν έχουμε περηφάνια, αλλά αφού δεν μπορούσε να το δει, τα λόγια μας δε θα βοηθούσαν. Κι έτσι κάναμε ότι μας είπε (και ό,τι έβγαλε από τα λαρύγγια μας) με ό.τι μέσα είχαμε διαθέσιμα.

Ο άντρας χόρευε και μαζί κι εμείς, αλλά δεν κράτησε πολύ.
Έκανε μια στροφή και έφυγε πίσω στη γωνία απ’ όπου είχε έρθει.

Η γεύση της σκουριάς έμεινε για αρκετή ώρα ακόμη γιατί είχαμε ιδρώσει μαζί του και οι ατμοί από τους ιδρώτες μας είχαν ανακατευτεί και ήταν παγιδευμένοι τώρα στην κορεσμένη υγρή ατμόσφαιρα.

Κι οδηγός μας που ήταν ντυμένος σα διευθυντής τσίρκου, είχε εξαφανιστεί κι αυτός, χωρίς στροφή, εκτός κι αν έκανε κι αυτός μία και δεν την είχαμε δει. Κρίμα.

Κρίμα, επίσης, ήταν που είχαμε ξανά ξεχάσει να περπατάμε.

Μπορέσαμε όμως να δούμε το δρόμο μπροστά μας να διαλύεται, τα κτίρια να πέφτουν μέσα σε μια τρύπα και μετά το ίδιο να συμβαίνει και με του δρόμους πίσω από αυτά και με τα κτίρια και με όλη τη πόλη, μέχρι που έμεινε μόνο ο λόφος που στεκόμασταν, φτιαγμένος από τη λάσπη του αμμοκουβαλητή και μια μαύρη βροχή έπεσε, ώσπου ο λόφος διαλύθηκε και αυτός και έπεσε μέσα στην τρύπα.

Κι εμείς ακούγαμε μόνο το χτύπο του αίματος μας.

Μέχρι που πια ο καθένας μας ξύπνησε μόνος του στο κρεβάτι του.






*Ό,τι είναι γραμμένο με πλάγια γράμματα και διαφορετικό χρώμα είναι στίχοι τραγουδιών που μπήκαν μέσα στο όνειρο aυτόκλητα, λογοκλοπή με λίγα λόγια, από τα Starving in the belly of a whale, Lay me Low, Tombstone Blues και Τupelo με τη σειρα. I'm innocent when i dream...